«...τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα, ουκ απράγμονα, αλλ' αχρείον νομίζομεν...»

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Τί είπε ο κ. Τόμσεν

Η αξιοπιστία των ελληνικών μέσων ενημέρωσης δεν είναι και η καλύτερη στον κόσμο. Ιδιαίτερα αυτή που προέρχεται από τα τηλεοπτικά κανάλια είναι ένα μίγμα σοφιστείας και λαϊκισμού, που μαζί με την αίσθηση «ριάλιτι σόου» που δημιουργούν τα πολλαπλά «παράθυρα», οδηγεί σε κάτι που μοιάζει περισσότερο με τηλεπαιχνίδι του τύπου «βρείτε ποιος λέει την αλήθεια» ή «βρείτε ποια είναι η αλήθεια», παρά σε δελτία έγκυρων ειδήσεων. Αλλά και στο χώρο των εντύπων, έχουμε φτάσει στο σημείο να πουλάνε οι περισσότερες εφημερίδες με βάση τα κουπόνια των σούπερ μάρκετ που προσφέρουν, την επιλογή φτηνής ψυχαγωγίας με DVD κάθε είδους και με κληρώσεις χιλιάδων ευρώ, τύπου «εθνικό λαχείο». Οπότε, το ενημερωτικό περιεχόμενό τους είναι από δευτερεύον ως παντελώς άχρηστο (υπάρχουν πλέον άνθρωποι που αγοράζουν πολλαπλά φύλλα της ίδιας εφημερίδας μόνο για να κόψουν τα κουπόνια, που είναι μεγαλύτερης αξίας) και μ' αυτόν τον τρόπο το αντιμετωπίζουν και οι εκδότες τους (δυστυχώς και πολλοί δημοσιογράφοι). Η λογική είναι «έτσι κι αλλιώς δεν μας αγοράζουν επειδή μας θεωρούν αξιόπιστους, οπότε ας τους πούμε αυτά που θέλουν να ακούσουν, για να μη τους δυσαρεστήσουμε».

Κι αυτό ακριβώς είναι το κλειδί της κατάντιας μας, γιατί βέβαια πρώτα απ' όλα δεν φταίει αυτός που προσφέρει το κακό προϊόν, αλλά εκείνος που το ανέχεται και το αγοράζει. Οι χιλιάδες αναγνώστες, ακροατές, τηλεθεατές, που ακόμα και σ' αυτές τις θλιβερές ώρες που περνάμε, αυτήν τη στιγμή της κάθαρσης που αποκαλύφθηκαν (και αποκαλύπτονται καθημερινά) όλες οι παθογένειες της κοινωνίας μας, αρνούνται να δουν την αλήθεια κατάματα. Εγκλωβισμένοι σ' ένα υπερτροφικό «εγώ», που μας χαρακτηρίζει δυστυχώς εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια, αλλά ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο στη σύγχρονη εποχή με την υπερβολική έμφαση που δίνουμε σ' αυτήν την ένδοξη ιστορία που βρίσκεται πίσω μας, βλέπουμε παντού φταίχτες εκτός από τον εαυτό μας. Οπότε στρεφόμαστε προς αυτούς που μας παρέχουν στρεβλή (ή και εντελώς ψευδή) πληροφόρηση, επειδή αυτή μας βολεύει και μας αρέσει να ακούμε.

Δείτε τί γίνεται τελευταία με τις περίφημες δηλώσεις παραγόντων του ΔΝΤ περί των λαθών του ταμείου απέναντι στην Ελλάδα και της αστοχίας των προβλέψεών τους για τα αποτελέσματα του προγράμματος που εφαρμόστηκε. Ακόμα και δημοσιογράφοι που αρχικά είχαν υποστηρίξει τα περιβόητα «μνημόνια», βρήκαν την ευκαιρία να χαϊδέψουν αυτιά (μπας και αυξήσουν κι άλλο το κοινό τους) και άρχισαν να κραυγάζουν ότι το οι ίδιοι οι δανειστές παραδέχονται πως πρόγραμμα είναι λανθασμένο, ότι πρέπει να απαιτήσουμε την αλλαγή του κλπ. Λησμονώντας βέβαια πως όταν μιλάμε για τέτοια θέματα, τα οποία μάλιστα εξαρτώνται από διεθνείς παράγοντες και ελάχιστα από εμάς, δεν υπάρχει «σωστό» και «λάθος», αλλά εφικτό και ανέφικτο. Αν θέλουμε ένα πιο χαλαρό πρόγραμμα (για το οποίο να διευκρινίσω ότι θα πανηγύριζα προσωπικά, γιατί και τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές μου δυσκολεύομαι να πληρώσω, και δουλειά δεν μπορώ να βρω από τότε που απολύθηκα εδώ και τρία χρόνια), αυτό το πρόγραμμα (και τα ελλείμματα που συνεπάγεται, ακόμα κι αν χαριστούν όλα τα χρέη) κάποιος πρέπει να το χρηματοδοτήσει. Κι αυτός ο κάποιος σήμερα δεν υπάρχει.

Το χειρότερο είναι, ότι προσπαθούμε να κρυφτούμε πίσω από τα «λάθη» που ομολογεί το ΔΝΤ, χωρίς να συνειδητοποιούμε (προφανώς γιατί οι περισσότεροι δεν έκαναν τον κόπο να διαβάσουν όλες τις σχετικές δηλώσεις, αλλά αρκέστηκαν στην ερμηνεία τους από τους λαϊκιστές των τηλεπαράθυρων) ότι αυτά τα λάθη που ομολογούνται αφορούν ακριβώς την αδυναμία πρόβλεψης της δικής μας ανεπάρκειας και της δικής μας απροθυμίας να τηρούμε όσα συμφωνούμε, άρα είναι λίγο δύσκολο να τα επικαλεστούμε προς όφελός μας! Τί είπε όμως ακριβώς ο κ. Τόμσεν (τον οποίο, για να ξεκαθαρίσω, δεν τον έχω και σε μεγάλη υπόληψη, ούτε όμως θεωρώ ότι αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στις επιλογές που έγιναν, γιατί δεν είναι παρά ένας υπάλληλος που εφαρμόζει τις αποφάσεις των ανωτέρων του); Στη συνέντευξή του στο Βήμα στις 30/1, σε ερώτηση σχετικά με τα «προβλήματα στον αρχικό σχεδιασμό του προγράμματος και το πιθανό μερίδιο της δικής του ευθύνης ως οικονομολόγου», απαντάει: «Ποτέ δεν θα μάθουμε τι θα μπορούσε να είχε καταφέρει η Ελλάδα αν είχε εφαρμόσει το αρχικό πρόγραμμα όπως συμφωνήθηκε. Για παράδειγμα, πόσες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις θα είχαν αποφευχθεί αν είχαν βελτιωθεί οι εισπράξεις φόρων όπως είχε σχεδιαστεί, και πόσο χαμηλότερη θα ήταν η ανεργία αν είχαν εφαρμοστεί οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Βέβαια, οι οικονομικές και οι πολιτικές συνθήκες αλλάζουν, και βεβαίως άλλαξαν στην Ελλάδα, με μια πολιτική κρίση να υπονομεύει την εφαρμογή του προγράμματος και να κλονίζει σημαντικά την εμπιστοσύνη των επενδυτών».

Δηλαδή, το «λάθος» που παραδέχεται είναι ότι «δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι συμφωνούσαμε κάποια πράγματα κι εσείς μας κοροϊδεύατε, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι δεν είχατε αντιληφθεί πως ήταν αδύνατο να διατηρήσετε το υπερτροφικό σας κράτος αν θέλατε να μειώσετε τα ελλείμματα, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα προτιμούσατε να μειώνετε συντάξεις γερόντων και ν' αυξάνετε τους φόρους αδυνάμων αντί να πάρετε στο κυνήγι 2 εκατομμύρια φοροφυγάδες, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως ενώ το σπίτι σας είχε πάρει φωτιά, εσείς δεν θα κάνατε πολιτική ανακωχή προκειμένου να υποστηρίξετε το πρόγραμμα διάσωσης, αλλά θα είχατε δύο εκλογικές αναμετρήσεις και θ' αλλάζατε 3 κυβερνήσεις σε 6 μήνες, βρίζοντας ο ένας τον άλλο, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως προεκλογικός αγώνας στην Ελλάδα σημαίνει πλήρης παράλυση του κράτους, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως οι εφοριακοί θα έκαναν λευκή απεργία σε βάρος και των δικών τους συμφερόντων, αφού αυτά τα λεφτά που αρνούνταν να μαζέψουν θα μπορούσαν να αποτρέψουν νέες μειώσεις των αποδοχών τους και φόρους στα εισοδήματα και τα σπίτια τους, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι επί τρία χρόνια θα αρνιόσαστε πεισματικά να ανοίξετε δεκάδες κλειστά επαγγέλματα, όπως είχε συμφωνηθεί κι όπως γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη» κλπ., κλπ.

Εμείς τί ακριβώς θα υποστηρίξουμε, όταν επικαλεστούμε τα λάθη του ΔΝΤ; Ότι «αφού είμαστε αναξιόπιστοι και αυτοκαταστροφικοί και δεν θέλουμε να κάνουμε αυτά που συμφωνήσαμε, έπρεπε να καταστρώσετε ένα χαλαρό πρόγραμμα, να μας δώστε λεφτά χωρίς εγγυήσεις για να μην υποφέρει ο κόσμος και, αν δημιουργούσαμε και νέα χρέη, να μας τα χαρίσετε κι αυτά, όπως τα δεκάδες δισεκατομμύρια που κουρέψαμε ήδη»; Και πιστεύουμε πραγματικά πως θα βρεθεί έστω και ένα κράτος, οργανισμός, τράπεζα στον κόσμο που θα μας δώσει έστω κι ένα ευρώ με τέτοια επιχειρηματολογία;

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Φωτιά στα μπατζάκια μας!

Το γεγονός ότι την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ισχυρός ο θεσμός της οικογένειας, μας βοηθάει να ξεπερνάμε δύσκολες περιόδους με λιγότερο επώδυνες συνέπειες από εκείνες που θα υπήρχαν σε μία κοινωνία όπου ο καθένας παλεύει για τον εαυτό του και μόνο. Η προστασία, όμως, που παρέχει η μέση ελληνική οικογένεια στα παιδιά της εξελίσσεται πολλές φορές σε υπερπροστασία, δημιουργώντας και πολλά κακομαθημένα παιδιά. Κι επειδή εξακολουθεί και μετά την ενηλικίωση, πολλοί Έλληνες σκέπτονται και φέρονται σε όλη τους τη ζωή σαν κακομαθημένα παιδιά. Με αποτέλεσμα να παίρνουν παράλογες αποφάσεις, αλλά και να αρνούνται μετά να δεχτούν τις συνέπειες αυτών των αποφάσεων, περιμένοντας από το κράτος-μπαμπά (ή μαμά!) να έρθει να τους ξεμπλέξει, όπως έκαναν επί χρόνια οι γονείς τους. Κι όταν αυτό δεν γίνεται, οι αντιδράσεις φτάνουν στο επίπεδο... νηπιακής ηλικίας, σε βάρος ακόμα και του... ίδιου του εαυτού τους (ελπίζοντας ότι το κράτος θα υποχωρήσει τελικά στις απαιτήσεις τους, όπως έκαναν και οι γονείς που τους κακόμαθαν).

Δείτε τί γίνεται αυτή την εποχή με το πρόβλημα που δημιούργησε η υψηλή τιμή του πετρελαίου θέρμανσης (πρόβλημα υπαρκτό βεβαίως). Όπως ήταν φυσιολογικό, αφού ακρίβυνε ένα είδος πρώτης ανάγκης, πολλοί έκαναν προσπάθεια να βρουν εναλλακτικές λύσεις χαμηλότερου κόστους. Πολύ φυσιολογική αντίδραση μέχρις εδώ, αλλά από εδώ και πέρα αρχίζουν τα παράλογα. Πρώτον, ελάχιστοι ήταν αυτοί που έψαξαν το θέμα πριν πάρουν αποφάσεις, που ρώτησαν ή διάβασαν τί λέει κάποιος που ξέρει το θέμα (η τεχνοφοβία τους είναι τέτοια, που προτιμούν να πάρουν συμβουλές από τη γειτόνισσα παρά από μηχανικό, ακόμα κι αν το ερώτημα είναι «πώς θα πάω στο φεγγάρι;!»), που έκαναν ένα στοιχειώδη οικονομικό υπολογισμό. Διαφορετικά, πολλοί από αυτούς θα έβλεπαν πως με την τιμή στην οποία κατέληξε τελικά να πωλείται το πετρέλαιο θέρμανσης (γύρω στο 1,30), θα μπορούσαν με πιο ορθολογική χρήση του καλοριφέρ να κάνουν οικονομία της τάξης του 20% σε σχέση με πέρσι, οπότε το έξοδο της θέρμανσης θα παρέμενε στα περσινά επίπεδα!

Υπάρχουν, όμως, κι αυτοί που πράγματι δεν μπορούν να κάνουν περισσότερη οικονομία στο καλοριφέρ, γιατί ήδη από πέρσι είχαν περιορίσει στο ελάχιστο τη χρήση του και δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια για μείωση. Πολλοί κατέφυγαν στα τζάκια (όταν υπήρχαν) ή έκαναν ένα ακόμα έξοδο και αγόρασαν ξυλόσομπες. Χωρίς βεβαίως κανείς να σκεφτεί πως αυτού του είδους η θέρμανση ούτε αποτελεσματική είναι, ούτε οικονομική τελικά, γιατί η καύση ξύλων σ' ένα απλό τζάκι ή μία σόμπα έχει πολύ χαμηλό συντελεστή απόδοσης σε ό,τι αφορά τη θέρμανση. Αν σκεφτούμε, λοιπόν, ότι το τζάκι ή η σόμπα θερμαίνουν ένα μόνο χώρο, αφήνοντας παγωμένο το υπόλοιπο σπίτι, θα μπορούσαμε να έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα κλείνοντας τα σώματα του καλοριφέρ στο υπόλοιπο σπίτι και αφήνοντας ανοιχτά μόνο τα σώματα του χώρου όπου τώρα έχουμε το τζάκι. Ο χώρος θα θερμαινόταν πολύ καλύτερα απ' ό,τι με το τζάκι ή τη σόμπα, χωρίς αναθυμιάσεις και καπνούς και με όχι μεγαλύτερο κόστος. Αλλά, όπως συνηθίζουμε στην Ελλάδα, συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα και μετά παίρνουμε κρίσιμες αποφάσεις από μία σύγκριση εξαρχής λανθασμένη.

Ας πούμε, όμως ότι όλα αυτά είναι δύσκολα να τα σκεφτεί κανείς (αν και δεν είναι καθόλου δύσκολο να τα μάθει ρωτώντας!) και τελικά χιλιάδες Έλληνες κατέληξαν στα ξύλα. Εδώ αρχίσει πλέον η υστερία του κακομαθημένου. Κατ' αρχάς αυτοί που καίνε ξύλα βαμμένα ή επεξεργασμένα με χημικά είναι για δέσιμο! Δεν χρειάζεται να είσαι γιατρός για να καταλάβεις ότι γεμίζεις πρώτα απ' όλα το σπίτι σου και μετά την ατμόσφαιρα με τοξικές αναθυμιάσεις, που μπορεί να καταστρέψουν για πάντα την υγεία σου. Δηλαδή για να αποφύγεις το κρυολόγημα, επιλέγεις τον καρκίνο!!! Όταν δε ορισμένοι, ακούγοντας ότι αυτό που κάνουν είναι καταστροφικό για την υγεία, απαντούν «ας μην αύξανε το κράτος το πετρέλαιο», σηκώνεις τα χέρια ψηλά και σκέφτεσαι πως χρειάζεται... νηπιαγωγός για να τους συνεφέρει! Θυμίζουν κάποια κακομαθημένα πιτσιρίκια που... χτυπάνε το κεφάλι τους στο πάτωμα ή στον τοίχο όταν οι γονείς τους δεν τους κάνουν κάποιο χατίρι, γιατί γνωρίζουν ότι οι γονείς τελικά θα υποχωρήσουν! Μόνο που στην κοινωνία τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα σου κάνουν το χατίρι όταν απειλείς να αυτοκαταστραφείς!

Εκείνο, όμως, που μου κάνει τρομερή εντύπωση είναι οι αντιδράσεις μερικών στις ανακοινώσεις για το πόσο επικίνδυνη είναι για την υγεία η καύση ακόμα και κανονικών καυσόξυλων σε χιλιάδες απλά τζάκια στις πόλεις, λόγω της αλματώδους αύξησης των αιωρούμενων σωματιδίων. Διάβασα σχόλια σε forum στο Internet, τα οποία μέχρι που κατακεραύνωναν και τον ιατρικό σύλλογο για τη σχετική ανακοίνωσή του για την επικινδυνότητα του νέφους με τα σωματίδια, ανακατεύοντας ακόμα και το... μνημόνιο στην επιχειρηματολογία τους! Η υστερία στο αποκορύφωμα δηλαδή, από ενήλικους με μυαλό κακομαθημένου πεντάχρονου (το πολύ!), που δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η αντίθεση στο όποιο μνημόνιο δεν αρκεί για να αλλάξει τους νόμους της Φυσικής και της Χημείας κι ότι ο γιατρός, είτε είναι υπέρ είτε κατά του μνημονίου, οφείλει να λέει αυτό που υπαγορεύει η ιατρική επιστήμη. Διάβασα κάποιον να λέει «αφού το κράτος δεν με αφήνει να ζεσταθώ, δεν θα σκεφτώ το πρόβλημα που δημιουργώ στην υγεία του διπλανού μου»! Η παιδική ανωριμότητα ωχριά μπροστά στο επιχείρημα! Και η δική σου υγεία ρε μεγάλε; Και η υγεία των παιδιών σου; Δεν έχεις πάρει χαμπάρι ότι πρώτα εσύ αναπνέεις ό,τι καις και μετά πάει στους άλλους; Ή μήπως εσένα σε προστατεύει η... αντίθεση στο μνημόνιο;

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Η αλήθεια που δεν θέλουμε να δούμε

Στην Ελλάδα έχουμε εμποτιστεί από τα γεννοφάσκια μας σε μια συμπλεγματική νοοτροπία, που μας κάνει να πιστεύουμε πρώτον, πως είμαστε οι πρώτοι και οι πιο μάγκες στον πλανήτη και όλοι οι άλλοι μας χρωστάνε και δεύτερον, πως επειδή είμαστε τόσο μάγκες και έξυπνοι, οτιδήποτε στραβό μας συμβαίνει δεν οφείλεται στις δικές μας βλακείες, αλλά σε κάποιους ξένους που άλλη δουλειά δεν έχουν παρά να κοιμούνται και να ξυπνούν ψάχνοντας τρόπους για να τη φέρουν στον... ογκόλιθο της διεθνούς πολιτικής και της παγκόσμια οικονομίας που λέγεται Ελλάς. Το ότι μετά από μερικές χιλιάδες χρόνια ιστορίας κι ένα σωρό βλακώδεις επιλογές, εμφύλιους σπαραγμούς και συνεχή εσωτερική υπονόμευση καταφέραμε από κυρίαρχοι της Μεσογείου να συρρικνωθούμε σ' ένα μικρό κράτος μόλις 11 εκατομμυρίων, με ασήμαντη οικονομία και ασήμαντη πολιτική επιρροή δεν μας λέει τίποτα. Φταίνε «οι ξένοι», πάει τελείωσε!...

Με αυτήν ακριβώς τη νοοτροπία αντιμετωπίζουμε και τη συμφορά που μας βρήκε τα τελευταία τρία χρόνια, για την οποία έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι φταίνε οι ξένοι που δεν μας χαρίζουν σε μόνιμη βάση λεφτά, γιατί αν μας τα δανείζουν για να καλύψουμε τα ελλείμματα μας, ακόμα και με ελάχιστο επιτόκιο, είναι εξ ορισμού «τοκογλύφοι». Εμείς δε κλέβουμε το κράτος, δεν έχουμε σπάταλο δημόσιο, δεν κάνουμε ό,τι μπορούμε για ν' αποτρέψουμε τις επενδύσεις, δεν καταστρέφουμε το περιβάλλον, δεν έχουμε διαφθορά και γραφειοκρατία, δεν έχουμε καθόλου αργόσχολους που μισθοδοτούνται με δημόσιο χρήμα και είμαστε απλώς θύματα των κακών ξένων. Που έχουν το σατανικό σχέδιο να μας υποχρεώσουν να παίρνουμε χαμηλούς μισθούς για να επενδύσουν μετά εδώ και να έχουν υπερκέρδη (το γιατί επενδύουν σε χώρες με πολύ υψηλούς μισθούς δεν μας το εξηγούν, προφανώς γίνεται γιατί ειδικά εμάς μας... αντιπαθούν και ευχαριστιούνται να μας βλέπουν χαμηλόμισθούς).

Βεβαίως οι μισθοί πέφτουν δραματικά και οι επενδύσεις όχι μόνο δεν έρχονται, αλλά φεύγουν κι αυτές που υπήρχαν με τους ψηλότερους προηγούμενους μισθούς και για όλα φταίει τελικά η κακιά τρόικα (σαν την κακιά μάγισσα των παραμυθιών), που μας επιβάλλει ένα πρόγραμμα που «δεν βγαίνει». Το γεγονός ότι δεν βγαίνει γιατί τελικά εμείς έχουμε επιλέξει τη συγκεκριμένη κατεύθυνση και δεν θέλουμε να εφαρμόσουμε άλλα μέτρα που πρότειναν οι ξένοι (κι εφαρμόζουν και στις δικές τους χώρες) πριν τη μείωση μισθών και συντάξεων και την αλματώδη αύξηση των φόρων δεν το αναφέρει κανείς. Κι όμως μόλις αυτήν την εβδομάδα η τρόικα αποδέχτηκε να μη γίνει μία συμφωνημένη στο μνημόνιο αύξηση τιμών, επειδή το κράτος πέτυχε ισοδύναμο αποτέλεσμα με αυτό που υπαγορεύει η κοινή λογική: το κυνήγι των κλεφτών, που επιβαρύνουν τους έντιμους.

Με το νέο χρόνο επρόκειτο να αυξηθούν τα εισιτήρια στις αστικές συγκοινωνίες της Αθήνας, που ήταν μονίμως ελλειμματικές. Και, ω του θαύματος, μόλις το ελληνικό κράτος άρχισε να κάνει αυτό που κάνουν όλα τα πολιτισμένα κράτη του κόσμου, να κάνει ελέγχους για να κυνηγήσει τους τζαμπατζήδες, τα έσοδα των συγκοινωνιακών φορέων αυξήθηκαν παρά τη μείωση της επιβατικής κίνησης (λόγω της κρίσης και της ανεργίας), κάλυψαν τα ελλείμματα και η τρόικα, που υποτίθεται ότι επιβάλλει τις αυξήσεις, δέχτηκε φυσικά να μη γίνει η αύξηση της τιμής των εισιτηρίων, αφού το ζητούμενο δεν ήταν η αύξηση, αλλά η εξαφάνιση του ελλείμματος. Η αύξηση μετατέθηκε για το φθινόπωρο, οπότε θα ελεγχθούν πάλι τα νούμερα κι αν το αποτέλεσμα εξακολουθεί να είναι θετικό (στην πράξη δηλαδή, αν εξακολουθήσουμε τους ελέγχους και δεν ατονήσουν!) θα ματαιωθεί. Εξίσου σημαντικό δε, είναι ότι υπάλληλοι που γέμιζαν τα γραφεία των συγκοινωνιακών φορέων και κινδύνευαν με απολύσεις, θα αξιοποιηθούν τώρα στους ελέγχους, εξασφαλίζοντας έσοδα για τις συγκοινωνίες και δουλειά γι' αυτούς.

Αυτήν την εβδομάδα, όμως, δόθηκε απάντηση και σ' έναν άλλο μύθο, αυτόν που θέλει τις υψηλότερες τιμές προϊόντων στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες να οφείλονται μόνο στα «καρτέλ» και τους «κερδοσκόπους» (που προφανώς μόνο την Ελλάδα έχουν ως στόχο στα σχέδιά τους!) και όχι στις εγγενείς αδυναμίες της ελληνικής κοινωνίας, τις οποίες οι ίδιοι οι Έλληνες δημιούργησαν. Στο πλαίσιο, λοιπόν, της συμφωνίας που υπογράφηκε με τον ΟΟΣΑ για την παροχή τεχνικής βοήθειας για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας ανακοινώθηκε ότι το κόστος της γραφειοκρατίας ανέρχεται στην Ελλάδα στο 6,8% του ΑΕΠ, αντί για 3,5% που είναι ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και διαβάσαμε ότι οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα αναγκάζονται να δίνουν ετησίως 2 δισεκατομμύρια ευρώ για να καλύψουν τη δαπάνη που προκύπτει από γραφειοκρατικά εμπόδια (χωρίς να υπολογίζουμε και αυτά που χρειάζεται να δίνουν σε κάθε είδους λαδώματα, τα οποία καμία μελέτη δεν μπορεί να υπολογίσει!) Και μετά μας εκπλήσσει το ότι οι επιχειρήσεις περνούν αυτό το κόστος στις τιμές τους, λες και θα το πλήρωνε κάποιος άλλος! Αλλά βέβαια εμάς μας χρωστάει όλη η υφήλιος...

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Οικονομικός ρατσισμός

Ο ρατσισμός των πολιτικών εναντίον πολιτών με βάση το... αυτοκίνητό τους έχει ξεπεράσει πλέον κάθε όριο. Όσοι είχαν την ατυχία να πετύχουν κάποια στιγμή επαγγελματικά και να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο όχι πανάκριβο σαν τους πλούσιους (αυτούς ούτως ή άλλως δεν τους αγγίζει κανείς!), αλλά απλώς πάνω από το μέσο όρο, έχουν γίνει στόχος για εξάσκηση των κομπλεξικών σε... οικονομική σκοποβολή, με κάθε είδους παράλογους φόρους και δυσμενή μέτρα. Η πρόσφατη απόφαση του υπουργείου Οικονομικών για τη χορήγηση επιδόματος πετρελαίου θέρμανσης, από την οποία εξαιρούνται «τα φυσικά πρόσωπα που διαθέτουν ΕΙΧ αυτοκίνητα άνω των 2000 κ.εκ.» αποτελεί μνημείο ρατσισμού και ηλιθιότητας. Άνθρωποι δηλαδή που μπορεί να είναι πλέον άνεργοι ή πολύ χαμηλού εισοδήματος και που έχουν παγιδευτεί με αυτοκίνητα τα οποία δεν μπορούν να τα πουλήσουν γιατί δεν πιάνουν στην αγορά πάνω από ένα-δυο χιλιάρικα, τιμωρούνται να κρυώνουν όλο το χειμώνα, ακόμα κι αν έχουν πλέον χαμηλότερο εισόδημα από άλλους που θα πάρουν το επίδομα! Η Χρυσή Αυγή μπήκε ήδη στην κυβέρνηση!

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Ποια ενημέρωση θέλουμε;

Είναι δεδομένο ότι οι πολιτικοί στη μεγάλη πλειοψηφία τους (όχι μόνο στην εποχή μας, αλλά από τότε που υπάρχουν ιστορικά στοιχειά για τις οργανωμένες ανθρώπινες κοινωνίες) αποφεύγουν να λένε την αλήθεια στους πολίτες και συνήθως φροντίζουν να τους λένε αυτά που θέλουν εκείνοι να ακούσουν. Εύκολα ξεσηκώνουν τον κόσμο με ψεύτικες υποσχέσεις, εύκολα συκοφαντούν και διαβάλλουν τον αντίπαλο, εύκολα παραμορφώνουν την πραγματικότητα χωρίς να ζητούν ποτέ συγγνώμη και το χειρότερο είναι ότι αυτό γίνεται με την ανοχή, αν όχι την υποστήριξη των πολιτών. Στην εποχή μας, όμως, η εξίσωση έχει αποκτήσει έναν ακόμα παράγοντα, εξίσου σημαντικό και ακόμα πιο επικίνδυνο για την κοινωνική συνοχή και για την εξυπηρέτηση της αλήθειας που θα επέτρεπε τη λήψη των σωστών αποφάσεων. Είναι η τυχοδιωκτική ασυδοσία και η εσκεμμένη παραπληροφόρηση από ορισμένους δημοσιογράφους και μέσα ενημέρωσης, που θεωρούν μάλιστα ότι η αφεντιά τους είναι τόσο σημαντική για την κοινωνία, ώστε να βρίσκονται υπεράνω των νόμων και της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Έχει καταντήσει να θεωρείται «ελευθερία του Τύπου» και της ενημέρωσης ακόμα και το να λες ψέματα και ανακρίβειες εναντίον οποιουδήποτε δημοσίου (και μη) προσώπου χωρίς την παραμικρή επίπτωση, ενώ θεωρείται δίωξη της ελευθερίας του Τύπου (και βρίσκει πάντα πρόθυμους υπερασπιστές, από το «αντίπαλο στρατόπεδο») κάθε προσπάθεια αναζήτησης ευθυνών όταν παραβιάζεται ο νόμος ή θίγεται η προσωπικότητα και τα συμφέροντα πολιτών από παράνομες και αντιδεοντολογικές συμπεριφορές δημοσιογράφων.

Τις τελευταίες δύο εβδομάδες γίναμε μάρτυρες δύο επεισοδίων που δημιούργησαν μεγάλη διαμάχη σε πολιτικό επίπεδο, αλλά και ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην κοινή γνώμη αν κρίνουμε από τα σχόλια που γράφτηκαν σε διάφορα ηλεκτρονικά "forum", αλλά και τις συζητήσεις μεταξύ πολιτών που υπέπεσαν στην αντίληψή μας. Το ένα αφορά τη δημοσίευση της περίφημης «λίστας Λαγκάρντ» από τον Κ. Βαξεβάνη που οδήγησε στην άσκηση δίωξης εναντίον του και το δεύτερο τη διακοπή πρωινής εκπομπής της NET μετά από σχόλια των δύο δημοσιογράφων-παρουσιαστών για τον υπουργό Δικαιοσύνης. Και στις δύο περιπτώσεις χάλασε ο κόσμος για τα «πλήγματα στην ελευθερία του Τύπου», που αποτελούσαν οι κυρώσεις κατά των δημοσιογράφων κατά τη γνώμη των αντιπολιτευομένων (έτσι είναι στην Ελλάδα, άσπρο-μαύρο, πάντα όποιος κυβερνάει τα βρίσκει όλα σωστά και η αντιπολίτευση όλα στραβά). Ιδιαίτερα η υπόθεση Βαξεβάνη πήρε και διεθνείς διαστάσεις, μια που οι ξένοι δύσκολα μπορούν να συλλάβουν το επίπεδο της στρέβλωσης της πραγματικότητας που υπάρχει στην Ελλάδα (αν και για να είμαστε ειλικρινείς, το φαινόμενο αυτό δυστυχώς δεν είναι μόνο ελληνικό, άσχετα αν εδώ είναι πιο έντονο).

Φοβάμαι πως για μια ακόμα φορά αποδείξαμε πως δεν είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε μία πολιτισμένη κοινωνίας με κανόνες που να έχουν ηθική βάση και πως είμαστε πάντα έρμαια των συναισθημάτων μας, σε βάρος της ηθικής, της δεοντολογίας και των δικαιωμάτων των άλλων. Γιατί τί ακριβώς έκανε ο Βαξεβάνης; Δημοσιοποίησε μερικές χιλιάδες ονόματα ανυποψίαστων πολιτών που μπορεί να είχαν νόμιμες καταθέσεις από φορολογημένα εισοδήματα σε μία ξένη τράπεζα (ή και να μην είχαν καταθέσεις, αλλά κάποιον ανενεργό λογαριασμό από παλιότερη ανάγκη, όπως σπουδές, εμπορικές πράξεις κλπ.) χωρίς μάλιστα τα ποσά των καταθέσεων, ώστε να οργιάσει ακόμα περισσότερο η φαντασία του όχλου που διψάει για αίμα, επειδή υποτίθεται ότι ανάμεσα σ' αυτές τις χιλιάδες ονόματα μπορεί να υπήρχαν και ονόματα φοροφυγάδων, που το κράτος αμέλησε (ή δεν θέλησε) να διώξει. Έδωσε δηλαδή βορά στα λιοντάρια μερικές εκατοντάδες αθώους, μπας και βρεθούν ανάμεσά τους και μερικοί ένοχοι. Το αποτέλεσμα ήταν φυσικά το αναμενόμενο, το αγανακτισμένο από την κρίση πλήθος μετονόμασε τη λίστα καταθετών, που ήταν στην πραγματικότητα η λίστα Λαγκάρντ, σε «λίστα φοροφυγάδων» (το είδα προσωπικά σε ένα σωρό σχόλια στο Internet) και ξαφνικά μερικές χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν στη θέση να πρέπει να αποδείξουν ότι δεν είναι ελέφαντες. Αυτό δεν λέγεται δημοσιογραφία, λέγεται κοινωνικός φασισμός και παραβιάζει κάθε δεοντολογία και κάθε δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, είναι πράξη κατάπτυστη για ν' αυξηθεί η κυκλοφορία ενός εντύπου και η προβολή ενός δημοσιογράφου. Το επιχείρημα ότι το κράτος δεν έκανε το καθήκον του και γι' αυτό επενέβη ο δημοσιογράφος, είναι φυσικά γελοίο. Σε μια πολιτισμένη κοινωνία πρώτη προτεραιότητα είναι η προστασία του αθώου και δεύτερη η τιμωρία του ενόχου. Αλίμονο αν για να πιάνουμε κάθε ένοχο παραβιάζουμε τα δικαιώματα δέκα αθώων! Ζούγκλα θα γίνουμε (αν δεν είμαστε ήδη).

Το δεύτερο επεισόδιο είναι λιγότερο σοβαρό, αλλά εξίσου ενδεικτικό της νοοτροπίας που υπάρχει σ' αυτή την ηθικά παρακμασμένη χώρα. Έψαξα για να δω το επίμαχο απόσπασμα της εκπομπής της ΝΕΤ, επειδή δεν είχα παρακολουθήσει το συγκεκριμένο θέμα που αφορούσε τον υπουργό Δικαιοσύνης, οπότε ήμουν ένας ανυποψίαστος θεατής που θα δημιουργούσε εντυπώσεις από αυτά που θα έλεγαν οι δημοσιογράφοι. Και από αυτά που είπαν, με τον τρόπο που τα είπαν και τα σχόλια που έκαναν, εγώ έμεινα με την εντύπωση ότι ο κ. Δένδιας κάπου είπε ψέματα, αυτό αποκαλύφθηκε και μας έκανε ρόμπα διεθνώς γιατί αφορούσε θέμα κακομεταχείρισης κρατουμένου και τελικά πρέπει να αναρωτηθούμε αν οφείλει να παραιτηθεί. Μόνο που, επειδή στην Ελλάδα η δημοσιογραφική αλήθεια είναι συχνά μονόπλευρη, δεν άκουσα το παραμικρό για την αντίθετη άποψη, ούτε καν απολογία του κατηγορουμένου υπουργού. Τον οποίο μάλιστα διάβασα με έκπληξή μου μετά να αναφέρει ότι συνέβη το ακριβώς αντίθετο από αυτό που ανέφεραν οι δημοσιογράφοι. Πράγμα που αν αληθεύει, σημαίνει ότι ήταν ακόμα βαρύτερο το ατόπημά τους, γιατί δεν ήταν απλώς η αμέλεια αναφοράς της άλλης άποψης, αλλά η συκοφαντία ενός πολιτικού προσώπου. Δεν το ξέρω, άρα δεν μπορώ να το υιοθετήσω, αλλά αυτή ακριβώς ήταν η δουλειά των συγκεκριμένων δημοσιογράφων, να ακούσουν όλες τις πλευρές, να ψάξουν όλα τα στοιχεία και να μας ενημερώνουν. Αν δεν το έκαναν (ακόμα βαρύτερο ως παράπτωμα στο κρατικό κανάλι που πληρώνουμε όλοι), είναι γελοίο όσο και επικίνδυνο να θεωρούμε ότι η συκοφαντία ενός πολιτικού είναι ένα δικαίωμα που απορρέει από την ελευθερία του Τύπου! Και σίγουρα δεν είναι σε καμία περίπτωση «ενημέρωση»...

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Τί να κάνουμε

Η αλήθεια είναι ότι η κατάσταση που ζούμε στην Ελλάδα προσφέρεται για κριτική, σε κάθε επίπεδο. Κι όταν ασκείς κριτική μάλιστα, μπορείς να το κάνεις χωρίς τον κίνδυνο να «χαρακτηριστείς» πολιτικά, αφού το σύνολο του πολιτικού φάσματος προσφέρεται για κριτική, οπότε δεν χρειάζεται να χαριστείς σε κανένα αν δεν είσαι φανατικός. Η γελοιότητα, η ανικανότητα και ο τυχοδιωκτισμός ξεχειλίζουν σε ΟΛΑ τα κόμματα, αυτό άλλωστε είναι και το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας, που έχει να διαλέξει ανάμεσα σε επικίνδυνους και... ακόμα πιο επικίνδυνους!

Το θέμα είναι τί πρέπει να κάνουμε από εδώ και πέρα. Καλή είναι η κριτική, πολύ εύκολη στην εποχή μας λόγω της ανικανότητας που μας περιβάλλει, αλλά όταν στην κουβέντα έρχεται και η ώρα της γνώμης και των προτάσεων, καταλαβαίνεις ότι αυτή η ευκολία στην κριτική, έχει στερήσει τον κόσμο από τη δυνατότητα να σκέπτεται ρεαλιστικά. Έχοντας συνηθίσει, λόγω του άκρατου ατομισμού τους, να πιστεύουν ότι πάντα κάποιοι άλλοι φταίνε για όλα, οι Έλληνες μετά την κριτική προτείνουν λύσεις που είτε είναι εκτός πραγματικότητας, είτε είναι φανερό πως στοχεύουν στην εξυπηρέτηση των προσωπικών τους συμφερόντων και τη λύση των προσωπικών τους προβλημάτων σε βάρος των άλλων.

Η αλήθεια είναι ότι είναι πολύ πιθανό να μην υπάρχει λύση! Ότι η Ελλάδα μπορεί να βαδίζει προς την απόλυτη παρακμή χωρίς δυνατότητα διεξόδου. Όχι γιατί δεν υπάρχουν λύσεις, αλλά γιατί δεν υπάρχουν οι κατάλληλοι άνθρωποι για να τις επιβάλλουν και το υπάρχον πολιτικό σύστημα έχει φροντίσει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μα μην υπάρξουν ούτε λύσεις, ούτε οι κατάλληλο άνθρωποι για να επιβάλουν τις λύσεις. Η Ελλάδα δεν έκανε ποτέ την αστική επανάσταση που έγινε στις βιομηχανικές χώρες κι έχει ένα ιδιόρρυθμο φεουδαρχικό σύστημα, όπου οι φεουδάρχες-πολιτικοί (συμπολίτευση και αντιπολίτευση) έχουν καταλάβει το κράτος, είναι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες του, υποστηριζόμενοι από ένα κομματικό στρατό κρατικοδίαιτων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, που όλοι μαζί ζουν σε βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού, των ανθρώπων που πραγματικά εργάζονται. Γι' αυτό και έχουν σαμποτάρει κάθε προσπάθεια διαρθρωτικών αλλαγών που θα εκσυγχρόνιζαν την κοινωνία και -κυρίως- την οικονομία (δεν είναι τυχαίο ότι απ' όλα τα μέτρα που μπορούσαν να ληφθούν με βάση το μνημόνιο, μόνο οι φόροι και οι μειώσεις μισθών και συντάξεων προχώρησαν, ούτε ότι κάθε προσπάθεια επένδυσης σαμποτάρεται εκ των προτέρων από την αντιπολίτευση και εκ των υστέρων από την κυβέρνηση).

Έστω, λοιπόν, ότι ως διά μαγείας εξαφανίζεται αυτό το πολιτικό σύστημα που μας οδηγεί στην καταστροφή. Ή ότι, επιτέλους, εκείνοι οι Έλληνες πολίτες που είναι ικανοί, που εργάζονται και που πληρώνουν φόρους, αντιλαμβάνονται ότι είναι αδύνατη η λύση χωρίς αυτούς, αποφασίζουν επιτέλους να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους και να δημιουργήσουν κάτι νέο, έξω από το υπάρχον πολιτικό σύστημα, για να επιβάλουν λύσεις που θα μας βγάλουν από το αδιέξοδο. Τί μπορεί να γίνει τώρα, τί θα μπορούσαν να κάνουν πέρα από την εσκεμμένη κωλυσιεργία των νεοφεουδαρχών της πολιτικής στην Ελλάδα, που προσπαθούν να διατηρήσουν τον έλεγχο του κράτους, καταστρέφοντας τη μεσαία τάξη και αποδομώντας την κοινωνία;

Κατ' αρχάς πρέπει να απαλλαγούμε από την αυταπάτη των πολιτικών ιδεολογιών του 20ού αιώνα, που έχουν πλέον ξεπεραστεί από τα πράγματα (κι αυτό θα το εξηγήσουμε παρακάτω). Να δημιουργήσουμε νέες αν χρειάζεται, αλλά πρέπει πρώτα ν' απαλλαγούμε από τις παλιές κι ενώ ψαχνόμαστε για τις νέες, να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα, που είναι πέρα από ιδεολογίες. Το να προσπαθείς σήμερα να σώσεις την Ελλάδα βασισμένος σε πολιτικές ιδεολογίες, είναι σαν να καίγεται το σπίτι σου και να συζητάς για... τη διαρρύθμιση των επίπλων. Προφανώς πρώτα σβήνεις τη φωτιά, γιατί αν δεν τη σβήσεις θα καούν τα έπιπλα, οπότε δεν θα έχει νόημα η απόφαση που πήρες για την τοποθέτησή τους,. Και όταν τη σβήσεις, τότε θα είναι ώρα να δεις τί θα κάνεις με όσα έπιπλα δεν πάθουν ζημιά από τη φωτιά ή το νερό της πυροσβεστικής. Σε κάθε περίπτωση, ό,τι είχες πριν τη φωτιά δεν είναι δεδομένο μετά απ' αυτή.

Το πρώτο πράγμα, λοιπόν, που θα έπρεπε να κάνει μία κυβέρνηση που θα έχει απαλλάξει τη χώρα από τα πολιτικά σκουπίδια που την καταστρέφουν, είναι η ριζική καταπολέμηση της διαφθοράς, που έχει διεισδύσει σε βάθος στην ελληνική κοινωνία και δυστυχώς έχει επηρεάσει την πλειοψηφία των μελών της. Πριν απ' οτιδήποτε άλλο, πριν αποφασίσουμε στα πόσα χρόνια θα παίρνουμε σύνταξη, τί ποσοστό θα πληρώνουμε στα φάρμακα, αν οι συγκοινωνίες θα είναι κρατικές ή ιδιωτικές κι ένα σωρό άλλα στα οποία αναλώνουμε χρόνο σε συζητήσεις και ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους σε μέτρα, αν δεν ξεριζώσουμε οριστικά τα γάγγραινα της διαφθοράς, δεν έχουμε μέλλον ως κοινωνία. Κι επειδή αυτός είναι ένας στόχος που χρειάζεται χρόνο και ενέργεια και που δεν είναι αριστερός ή δεξιός, αλλά αναγκαία συνθήκη για τη λειτουργία της κοινωνίας κάτω απ' οποιαδήποτε ιδεολογία, είναι κάτι που για την εφαρμογή του χρειάζεται κυβέρνηση ανθρώπων πρώτον, τίμιων και δεύτερον, ικανών, άσχετα αν αυτοπροσδιορίζονται σήμερα ως «συντηρητικοί» ή «προοδευτικοί», ως «αριστεροί» ή «δεξιοί».

Δεύτερον, το υπάρχον σύστημα (στον οποίο, το τονίζω, συμπεριλαμβάνεται και το σύνολο της αντιπολίτευσης) επεδίωξε και πέτυχε τη διάλυση της παιδείας, ώστε να δημιουργεί πολίτες αμόρφωτους, ακόμα κι αν είναι πτυχιούχοι πανεπιστημίου, που να εξαρτώνται από αυτό το πελατειακό σύστημα, να μην έχουν φιλοδοξίες, να μην επιδιώκουν την αξιοκρατία αλλά την ισοπέδωση προς τα κάτω, στο επίπεδο των μετρίων, και να μην αποτελούν έτσι απειλή για την εξουσία των μετριοτήτων που έχουν καταλάβει την εξουσία. Είναι, λοιπόν, το απαραίτητο δεύτερο βήμα που πρέπει να κάνει μια άλλη κυβέρνηση, παράλληλα με την καταπολέμηση της διαφθοράς, το πλήρες ξήλωμα των σημερινών δομών της παιδείας και η δημιουργία ενός συστήματος εκπαίδευσης της νέας γενιάς που δεν θα περιορίζεται στην αποστήθιση των κατορθωμάτων των αρχαίων ημών προγόνων (των οποίων άλλωστε είμαστε ανάξιοι απόγονοι), αλλά θα διευρύνεται στο σύνολο της ανθρώπινης γνώσης, στις επιστήμες, τα γράμματα αλλά και τις τέχνες, θα είναι προσαρμοσμένο στη σημερινή πραγματικότητα, θα προετοιμάζει ανθρώπους που να μπορούν να ανταποκριθούν στις σημερινές ανάγκες της κοινωνίας, θα προωθεί την αξιοκρατία και την κοινωνική ευθύνη, θα βασίζεται σε δασκάλους που θα είναι κατάλληλοι για παιδαγωγοί και δεν θα έχουν απλώς ένα ή πτυχίο πανεπιστημίου, με το οποίο σήμερα κάποιοι αυτοπροσδιορίζονται αυτόματα ως εκπαιδευτικοί και, τέλος, θα διοικείται από αυτούς τους δασκάλους και όχι από τους μαθητές. Κι αυτός ο στόχος δεν είναι αριστερός ή δεξιός, αλλά απαραίτητος σε οποιαδήποτε κοινωνία. Τώρα, το αν η παιδεία θα είναι ιδιωτική ή δημόσια, κάτι για το οποία αρχίζουν να υπάρχουν και ιδεολογικές διαφορές, ας το βρούμε μετά. Ούτως ή άλλως τώρα έχουμε και από τα δύο, σε όλες τις βαθμίδες της παιδείας (ας μη κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας). Ας φροντίσουμε, λοιπόν, να λειτουργούν και τα δύο με τον καλύτερο τρόπο, σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας, και μετά βλέπουμε τι κατανομή θέλουμε ανάμεσά τους. Με το χάλι που υπάρχει σήμερα και τα δύο άχρηστα είναι, οπότε οι ιδεολογίες πάνε περίπατο!

Τέλος, το τρίτο πράγμα που πρέπει να προωθήσει μια νέα αντισυστημική κυβέρνηση, είναι η απόλυτη και πλήρης εφαρμογή των νόμων του ελληνικού κράτους για όλους και χωρίς εξαιρέσεις. Και αυτό είναι κάτι που δεν είναι εύκολο και που χρειάζεται χρόνο για να γίνει συνείδηση σε όλους τους πολίτες, μια που επί δεκαετίες έχουμε συνηθίσει στην επιλεκτική εφαρμογή των νόμων και από το κράτος και από τους πολίτες. Για το σημερινό Έλληνα, διοικούντα ή διοικούμενο, οι νόμοι είναι κανόνες που έχουν θεσπιστεί για να περιορίζουν τους άλλους, ώστε να επιτρέπουν σε αυτόν να κάνει ό,τι θέλει. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, είναι αδύνατο να λειτουργήσει οποιαδήποτε κοινωνία και γι' αυτό η εφαρμογή των νόμων (που ψηφίζονται άλλωστε δημοκρατικά, από εκλεγμένες κυβερνήσεις και καταργούνται με τον ίδιο τρόπο) δεν είναι «αριστερή» ή «δεξιά» επιλογή, αλλά εφαρμογή της κοινής λογικής.

Αυτά τα τρία προαπαιτούμενα χρειάζεται να εφαρμόσει μία κυβέρνηση που θα ήθελε να σώσει την Ελλάδα και για να υπάρξει αποτέλεσμα προς αυτή την κατεύθυνση χρειάζονται τουλάχιστον δύο πλήρεις τετραετίες, ίσως και τρεις. Στη διάρκεια αυτού του διαστήματος, ας γίνει για τα υπόλοιπα απλή διαχείριση του υπάρχοντος συστήματος. Γατί χωρίς τα τρία προαπαιτούμενα, κανένα σύστημα δεν μπορεί να εφαρμοστεί, πολύ περισσότερο να πετύχει. Όταν φτιάξουμε κράτος που να λειτουργεί, ας χωριστούμε ξανά με βάση τις ιδεολογίες μας κι ας προσπαθήσει ο καθένας να πείσει το λαό ποια είναι η πιο σωστή. Ούτως ή άλλως -κι επανέρχομαι σ' αυτό που αναφέρθηκε νωρίτερα- οι υπάρχουσες ιδεολογίες είναι ξεπερασμένες θα είναι όλο και πιο δύσκολο να δίνουν λύσει στο μέλλον. Για τον απλούστατο λόγο ότι στην ανθρωπότητα πραγματοποιείται μία νέα επανάσταση, εξίσου σημαντική αν όχι σημαντικότερη από τη βιομηχανική επανάσταση που άλλαξε τα πάντα στη ζωή των ανθρώπων στην εποχή της. Η εργασία όπως την ξέραμε θα γίνεται όλο και λιγότερο απαραίτητη και όλο και λιγότερο απαραίτητο να είναι συγκεντρωμένη σε «χώρους δουλειάς».

Ήδη υπάρχουν πολλοί τομείς όπου οι άνθρωποι μπορούν να εργάζονται το ίδιο ή και περισσότερο αποτελεσματικά σε μεγάλη απόσταση από τους συναδέλφους τους, από το σπίτι τους ή και απ' οπουδήποτε θέλουν. Η εργασία στους τόπους βιομηχανικής παραγωγής θα περιορίζεται όλο και περισσότερο και δεν είναι καθόλου μακριά η εποχή όπου τα βιομηχανικά προϊόντα θα παράγονται σε πλήρως αυτοματοποιημένα εργοστάσια, με ελάχιστη ανθρώπινη παρουσία. Αλλά ακόμα και στον τομέα των υπηρεσιών, υπάρχουν πολλά πράγματα που αυτοματοποιούνται και μειώνουν την ανάγκη για εργασία ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται μία νέα μέθοδος κατανομής της εργασίας και παραγωγής εισοδήματος, που δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή, κι ότι οι δραστηριότητες των ανθρώπων θα επαναπροσδιοριστούν πλήρως. Τί σχέση μπορούν να έχουν και τί λύσεις μπορούν να προσφέρουν οι σημερινές ιδεολογίες σε μια τέτοια κατάσταση; Πώς θα προσδιορίζονται οι «εργαζόμενοι» και πώς θα κατηγοριοποιούνται; Ποιος θα θεωρείται «αφεντικό» σε μια βιομηχανική ανώνυμη εταιρεία τις μετοχές της οποίας θα έχουν μερικά ασφαλιστικά ταμεία, προσδοκώντας στα κέρδη της για να βελτιώνουν τις παροχές υγείας και σύνταξης των ασφαλισμένων τους; Ποιοι θα θεωρούνται «ελεύθεροι επαγγελματίες» όταν ο καθένας θα εργάζεται στο χώρο που επιλέγει και θα μπορεί να παρέχει διαφορετικές υπηρεσίες σε διαφορετικούς «εργοδότες»; Στους ανθρώπους αρέσει συχνά να πιστεύουν σε παγιωμένα (και παγωμένα) ιδεολογήματα και δόγματα, η κοινωνία όμως εξελίσσεται συνεχώς και τα παρασύρει με ορμή. Επιβίωση σημαίνει εξέλιξη και προσαρμογή.

Και μια τελευταία λέξη για τους στόχους μιας «καλής» ελληνική κυβέρνησης, μια που είμαστε στην Ευρώπη και μια και αυτή η γεωγραφική μας τοποθέτηση κάνει αναπόφευκτη και τη συνύπαρξή μας με τους λαούς της και τους θεσμούς που αυτοί δημιούργησαν. Οι εθνικισμοί και οι εγωισμοί θέλουν χρόνο για να να ξεπεραστούν, πολύ περισσότερο αφού τους ενισχύουν οι κυβερνήσεις και οι πολιτικοί γενικώς, για να... εξακολουθήσουν να κυβερνούν (σκεφθείτε στην περίπτωση μια ευρωπαϊκής κυβέρνησης σε μια ενωμένη Ευρώπη, πόσες χιλιάδες βουλευτές, υπουργοί και κάθε είδους παρατρεχάμενοί τους στα εθνικά κράτη θα βρίσκονταν χωρίς αντικείμενο απασχόλησης!) Αυτό δεν σημαίνει όμως, ότι δεν μπορούν να γίνουν βήματα συντονισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι ώστε τουλάχιστον να μην υπάρχουν συνεχώς προεκλογικές εκστρατείες σε εκκρεμότητα, που να φρενάρουν κάθε δυνατότητα συνεννόησης. Χωρίς, λοιπόν, να χαθεί ούτε στο ελάχιστο η «εθνική κυριαρχία» της κάθε χώρας, το λιγότερο που θα μπορούσαν να κάνουν τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα ήταν να συμφωνήσουν να γίνονται ταυτόχρονα, την ίδια ημερομηνία κάθε 4 ή 5 χρόνια, αυτό θα το βρουν εύκολα, οι εθνικές εκλογές σε όλες τις χώρες. Και να κρατάει για όλη την τετραετία η θητεία των κυβερνήσεων, όπως γίνεται στις ΗΠΑ, ή έστω, αν καταρρεύσει μία κυβέρνηση, να γίνονται συμπληρωματικές εκλογές μόνο για το υπόλοιπο της πανευρωπαϊκής τετραετίας. Σκεφθείτε πόσο πιο εύκολα θα ήταν τα πράγματα, πόσο πιο εύκολες οι διαπραγματεύσεις της Ελλάδας με την τρόικα, πόσο πιο εύκολη η συνεννόηση των Γερμανών με τους Γάλλους, των βορείων με τους νότιους κλπ., αν τη μέρα που βγάλαμε τη δική μας κυβέρνηση είχαν ταυτόχρονα εκλογές όλοι οι Ευρωπαίοι και είχαμε να διαπραγματευθούμε με κυβερνήσεις που θα είχαν μόλις ανανεώσει τη λαϊκή εντολή και θα ήταν απαλλαγμένες από προεκλογικά σύνδρομα (όπως η Μέρκελ για τις εκλογές του 2013)...

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Καμπανάκι

Η Ελλάδα κινείται αυτή τη στιγμή σε μια πολύ κρίσιμη καμπή. Όχι μόνο επειδή υπάρχει μια παρατεταμένη κρίση με ορατό τον κίνδυνο της ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας (κάτι που έχει συμβεί και στο παρελθόν), αλλά γιατί αυτή τη φορά αυτή η κρίση μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο για το μακρινό μέλλον και την ίδια την ύπαρξη της χώρας και του λαού της με τη μορφή που την ξέρουμε σήμερα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, ότι ακόμα και στο πολιτικό επίπεδο, όπου πρωταγωνιστούν οι ίδιοι πολιτικοί ΟΛΩΝ των κομμάτων, αυτοί που έχουν ουσιαστική ευθύνη για την κατάντια της χώρας (πέρα από την ευθύνη των πολιτών της, που είναι επίσης υπαρκτή και σημαντική) υπήρξε ένας νέος διαχωρισμός των πολιτικών δυνάμεων, που ξεπερνάει τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές της αριστεράς και της δεξιάς. Οι Έλληνες πλέον χωρίζονται σε αυτούς που από αφέλεια, από απελπισία ή από καιροσκοπισμό ωθούν τη χώρα προς την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία και υποστηρίζουν κόμματα από όλες τις αποχρώσεις του πολιτικού φάσματος, που έχουν ως κοινό στοιχείο τον οπορτουνισμό και τον τυχοδιωκτισμό, και σε εκείνους που από πεποίθηση ή από απλό ένστικτο αυτοσυντήρησης προσπαθούν να αποφύγουν τη χρεοκοπία υποστηρίζοντας επίσης (άλλα) κόμματα από όλες τις αποχρώσεις.

Και στις δύο κατηγορίες αυτών των κομμάτων υπάρχουν πολιτικοί με σημαντικές ευθύνες για το σημερινό αδιέξοδο. Απλώς στα πρώτα υπάρχουν αυτοί που, είτε είναι εντελώς ηλίθιοι και δεν βλέπουν το γκρεμό στον οποίο οδηγούν οι απόψεις τους, είτε είναι ιδεολογικά φανατισμένοι (αν και ο θρησκευτικός και ιδεολογικός φανατισμός είναι μια άλλη μορφή ηλιθιότητας) και αδιαφορούν για το γκρεμό στον οποίο οδηγούν οι απόψεις τους, είτε ψυχροί υπολογιστές και καιροσκόποι και υπολογίζουν ότι μετά την καταστροφή προς την οποία μας ωθούν θα είναι αυτοί που θα τη διαχειριστούν, οπότε θα σώσουν το τομάρι τους και θα διαχειριστούν τους ελάχιστους πλέον πόρους της χώρας επ' ωφελεία τους. Ας μη ξεχνάμε ότι, ακόμα και στις πιο φτωχές χώρες, ακόμα και στα πιο αποτυχημένα πολιτικά συστήματα, υπήρχε (και υπάρχει) πάντα μια πολιτική και γραφειοκρατική «ελίτ», που λυμαίνεται τους πόρους της χώρας στο όνομα κάποιας αριστερής ή δεξιάς ιδεολογίας, έχει εξασφαλισμένη μισθοδοσία και υλικά αγαθά κι έχει προνομιακή μεταχείριση στα θέματα παιδείας και υγείας, ακόμα κι όταν ο λαός πεθαίνει της πείνας. Στη δεύτερη κατηγορία κομμάτων, που προσπαθεί να αποφύγει τη χρεοκοπία, δεν υπάρχουν βεβαίως... οσιομάρτυρες και ενάρετοι, άμοιροι ευθυνών για την παρακμή της κοινωνίας μας. Απλώς υπάρχουν κάποιοι που, είτε λόγω ευφυΐας, είτε λόγω ενστίκτου αυτοσυντήρησης, βλέπουν ότι η κατάσταση μετά την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία δεν θα είναι διαχειρίσιμη κι ότι κανείς, ακόμα και αν βρίσκεται στην αντιπολίτευση, δεν θα έχει εξασφαλισμένο το μέλλον του, ούτε καν την ύπαρξή του.

Το ερώτημα είναι αν οι έλληνες πολίτες έχουν ή όχι και οι ίδιοι αυτό το ένστικτο αυτοσυντήρησης κι αν είναι αρκετοί αυτοί που δεν είναι τόσο αφελείς ώστε να παρασυρθούν από τα κηρύγματα των καιροσκόπων και των φανατικών. Απελπισμένοι και καταπονημένοι από την κρίση όπως είναι τώρα, είναι πολύ πιο ευάλωτοι στις πονηρές προσπάθειες που καταβάλουν κάποιοι για να τους πείσουν ότι τελικά «δεν είναι και τόσο φοβερό πράγμα η χρεοκοπία», «δεν έχουν μείνει και πολλά να χάσουμε» και ίσως και να «πάει καλύτερα η οικονομία μετά τη χρεοκοπία και την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα». Η ωμή αλήθεια είναι πως, αν και χάσαμε ήδη πολλά κι είμαστε όλοι εξαντλημένοι και αν και το μαρτύριό μας δεν τελείωσε κι έχουμε να υποστούμε ακόμα μεγαλύτερη πίεση, το πρόβλημα ξεπερνάει το ευρώ, την οικονομία, τις τρόικες και τα μνημόνια και βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα σταυροδρόμι που μπορεί να συγκριθεί όχι με τις προηγούμενες πτωχεύσεις του νεοελληνικού κράτους, αλλά μόνο με την εποχή πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Κι εκείνη η πτώση (την οποία οι «υπερπατριώτες» και οι φανατικοί ιδεολόγοι της εποχής της εποχής απέκλειαν) οδήγησε σε 4 αιώνες τουρκοκρατίας και αναβίωση ενός (μικρού) ελληνικού κράτους καθαρά από τύχη. Γιατί έγινε σε μια εποχή μη παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, όπου μεγάλες αλλαγές συνόρων ήταν ακόμα αποδεκτές κι όπου έτυχε το συμφέρον όλων σχεδόν των μεγάλων δυνάμεων της εποχής να συμπέσει με το δικό μας και να μας σώσουν από την καταστροφή, στην οποία εμείς οι ίδιοι είχαμε οδηγηθεί προκαλώντας κατάρρευση της επανάστασής μας, αφού μέσα στο μέσον του απελευθερωτικού αγώνα καταφέραμε να κάνουμε... εμφύλιο πόλεμο!

Δυστυχώς, λοιπόν, τα πράγματα τώρα είναι πολύ πιο πολύπλοκα από τις πάμπολλες χρεοκοπίες του νεοελληνικού κράτους στους δύο προηγούμενους αιώνες και πρέπει να αποφασίσουμε όχι μόνο να υποστούμε θυσίες, αλλά και να αλλάξουμε ριζικά αν θέλουμε να επιβιώσουμε. Ζούμε πλέον σε μία χώρα που δεν παράγει σχεδόν τίποτα κι έχει μείνει έξω από τις μεγάλες βιομηχανικές επαναστάσεις. Ζούμε σε μία χώρα στην οποία ουσιαστικά δεν έγινε η αστική επανάσταση, αλλά έχουμε ακόμα μια ιδιότυπη φεουδαρχία, έξω από τα δεδομένα της εποχής μας. Ζούμε σε μία χώρα όπου η διαφθορά είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση, όχι μόνο ψηλά αλλά και χαμηλά. Ζούμε σε μία χώρα με τη μεγαλύτερη υπογεννητικότητα στην Ευρώπη, η οποία προκαλεί συνεχή μείωση του πληθυσμού, που κάνει ακόμα πιο δύσκολη την καταπολέμηση της ύφεσης και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για όλο και μεγαλύτερη αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης. Ζούμε σε μία χώρα όπου κυριαρχεί ο ατομισμός και απουσιάζει παντελώς η έννοια του «κοινού συμφέροντος», με αποτέλεσμα οι περισσότεροι πολίτες της να αρνούνται να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούν, να καταστρέφουν ασύδοτα το περιβάλλον και να αποφεύγουν τη συμμετοχή σε κάθε δραστηριότητα που αποβλέπει στο κοινό καλό, αλλά δεν αποφέρει στους ίδιους κανένα ορατό άμεσο όφελος. Ζούμε σε μία χώρα όπου, ό,τι και να λέγεται από τους φανατικούς και τους καιροσκόπους περί «συμφερόντων» και «ξεπουλήματος», υπάρχουν όλο και λιγότερα «μεγάλα συμφέροντα» (άρα όλο και λιγότερες θέσεις εργασίας) και όλο και λιγότεροι ενδιαφερόμενοι να επενδύσουν, ακόμα και σε τιμές «ξεπουλήματος» και με «μισθούς Βουλγαρίας», γιατί οι επενδυτές και οι επιχειρήσεις πάνω από τα κάθε είδους οικονομικά κίνητρα επιζητούν σταθερότητα και εμπιστοσύνη κι αυτά απουσιάζουν παντελώς από την Ελλάδα. Ζούμε σε μία χώρα όπου το βασικό συστατικό της ανάπτυξης της σύγχρονης οικονομίας και της ίδιας της κοινωνίας, η εκπαίδευση, έχει διαλυθεί κι έχει πέσει στα χέρια καιροσκόπων, που με πρόσχημα τα ιδεολογήματά τους εμποδίζουν την ελεύθερη διακίνηση ιδεών κι έχουν καταργήσει εντελώς την αξιοκρατία, έτσι ώστε να επιβιώνουν οι μετριότητες και οι καλύτεροι να αναγκάζονται να φεύγουν στο εξωτερικό. Ζούμε σε μία χώρα όπου ο τίμιος θεωρείται κορόιδο, ο μορφωμένος ψώνιο, ο ειλικρινής επικίνδυνος κι ο εργατικός αντιδραστικός. Πιστεύει κανείς ότι αυτή η χώρα, με αυτά τα χαρακτηριστικά, μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει μετά από 50 χρόνια, ακόμα κι αν με κάποιο μαγικό τρόπο της χαρίσουν όλα τα χρέη και της δώσουν και «καβάτζα» λεφτά για να ξεκινήσει από το μηδέν; Σκεφθείτε, λοιπόν, πόσο μάλλον είναι αδύνατον να εξακολουθήσει να υπάρχει αν δεν της χαρίσουν τα χρέη και δεν της δώσουν άλλα χρήματα, είτε αυτό γίνει εντός μνημονίου, είτε γίνει μετά από καταγγελία του και άρνηση πληρωμής των χρεών...