«...τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα, ουκ απράγμονα, αλλ' αχρείον νομίζομεν...»

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

Τί είδους ενημέρωση θέλετε;

(Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε στο auto-internet.gr στις 27/10) Ζούμε σε μία εποχή όπου η ενημέρωση έχει περάσει σε μια νέα φάση, όχι τόσο λόγω της μαζικότητας που προσφέρει το Internet (ακόμα πιο μαζική είναι εδώ και πολλά χρόνια η τηλεόραση, που μπαίνει σε κάθε σπίτι), όσο λόγω της αλλαγής στην διαχείριση της είδησης και στην επιλογή των ανθρώπων που την προσφέρουν. Η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των μέσων ενημέρωσης και των δημοσιογράφων δεν είναι νέο φαινόμενο, πάντα υπήρχαν οι σκεπτικιστές που αμφισβητούσαν την αντικειμενικότητα πολλών ή ακόμα και όλων των μέσων. Το γεγονός όμως ότι οι έρευνες δείχνουν πλέον ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων δηλώνει πως ενημερώνεται από το... Facebook (ό,τι πιο αναξιόπιστο υπάρχει δηλαδή αυτήν τη στιγμή στο δημόσιο λόγο) δείχνει ότι υπάρχει ένα γενικότερο και μάλιστα αμφίδρομο πρόβλημα. Αν και όντως υπάρχουν δηλαδή μέσα και δημοσιογράφοι που δεν έχουν ως πρώτη προτεραιότητα την αντικειμενική προβολή της πληροφορίας, υπάρχει από την άλλη πλευρά κι ένα μεγάλο μέρος του κοινού που δεν ενδιαφέρεται για την αντικειμενική προβολή της πληροφορίας!

Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Πρώτον, υπάρχει -κι αυτό δεν είναι νέο φαινόμενο αλλά υπήρχε πάντα- το στοιχείο της προκατάληψης σε πολλούς αναγνώστες, ακροατές, θεατές, που δεν ψάχνουν για κάποιον που να τους λέει την αλήθεια, αλλά για κάποιον που να τους λέει αυτό που θέλουν να ακούσουν, αυτό που ακούγεται ευχάριστα στα αυτιά τους! Αυτό δεν ισχύει μόνο στην πολιτική, ισχύει σε κάθε τομέα της ενημέρωσης και στη μνήμη μου υπάρχουν ακόμα πολλές περιπτώσεις τηλεφωνημάτων από αναγνώστες σε περιοδικά αυτοκινήτου, που ζητούσαν συμβουλή για την αγορά που ήθελαν να κάνουν και τελικά από το συζήτηση διαπίστωνες ότι απλά ήθελαν να επιβεβαιώσεις την επιλογή που ήδη είχαν κάνει στο μυαλό τους! Στις πιο ακραίες περιπτώσεις μάλιστα, όταν προσπαθούσαμε να επιχειρηματολογήσουμε προς κατεύθυνση που ήταν αντίθετη με αυτήν την επιλογή τους ή έστω να προβάλουμε και κάποια αναντιστοιχία με τις ανάγκες που οι ίδιοι είχαν περιγράψει, κάποιοι γίνονταν επιθετικοί και αμφισβητούσαν τις γνώσεις και την αντικειμενικότητά μας! Στην εποχή μας, όπου ο λαϊκισμός γενικά ανθεί, αυτό το φαινόμενο είναι ακόμα πιο έντονο.

Ο δεύτερος λόγος για την αδιαφορία μεγάλου μέρους του κοινού για τεκμηριωμένη και έγκυρη πληροφόρηση, είναι ότι στην εποχή μας όλα γίνονται γρήγορα, οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει γενικά στην μέτρια ως κακή ποιότητα (στις υπηρεσίες, στο φαγητό, στα καταναλωτικά προϊόντα), οπότε εύκολα παρασύρονται και προς την αντίστοιχης ποιότητας ενημέρωση τύπου "fast food". Αυτό το βλέπουν πολλοί ιδιοκτήτες μέσων, ιδιαίτερα διαδικτυακών, στρέφοντας την προσπάθεια των συντακτών (με και χωρίς εισαγωγικά, γιατί πλέον συμβαίνει να χρησιμοποιούνται ως δημοσιογράφοι ακόμα και άνθρωποι άσχετοι, αμόρφωτοι, άπειροι και αδιάφοροι), προς ένα ανταγωνισμό σε επίπεδο ποσότητας ειδήσεων και ταχύτητας στην προβολή τους. Επειδή αυτό δυστυχώς επηρεάζει και τη σειρά εμφάνισης των μέσων στις «μηχανές αναζήτησης» τύπου Google όταν κάποιος ψάχνει για μια πληροφορία, η προτεραιότητα είναι το μέσο να έχει πολλές ειδήσεις κάθε μέρα (ακόμα και αν είναι εντελώς ασήμαντες οι άχρηστες κι ανάμεσα τους χάνονται και οι λίγες σημαντικές). Και, κυρίως, να τις εμφανίζει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, προλαβαίνοντας τους άλλους, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ελλιπή έρευνα, απουσία διασταύρωσης και επιβεβαίωσης των πληροφοριών, γράψιμο «στο πόδι» και όσο το δυνατόν μικρότερα κείμενα, άρα και με ελλείψεις. Χωρίς να παραγνωρίζουμε φυσικά και τις (όχι λίγες) περιπτώσεις που η πληροφόρηση είναι παραπλανητική εσκεμμένα, για να ευνοηθεί ή αντίθετα να «χτυπηθεί» κάποια εταιρεία, κάποιο προϊόν, κάποια ομάδα, κάποιο πολιτικό κόμμα κλπ.

Έτσι φτάνουμε σ' ένα φαύλο κύκλο. Οι άνθρωποι δεν έχουν εμπιστοσύνη στους δημοσιογράφους και τα μέσα ενημέρωσης, αλλά οι ίδιοι άνθρωποι όταν θέλουν να ενημερωθούν, δεν ψάχνουν για τις πιο έγκυρες πηγές, την πληρέστερη πληροφόρηση, τον πιο συγκροτημένο λόγο, αλλά διαβάζουν ό,τι βρεθεί μπροστά τους, χωρίς την παραμικρή αξιολόγηση. Κι αν η πληροφορία που τους δίνουν αποδειχθεί μετά αναξιόπιστη ή ατελής, το ανάθεμα πέφτει σε όλους τους δημοσιογράφους και σε όλα τα μέσα και δεν γίνεται η παραμικρή προσπάθεια να ξεχωρίσει η ήρα από το σιτάρι. Το ερώτημα, μια που βρισκόμαστε σε αυτοκινητικό μέσο, μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: θα αγοράζατε ποτέ ένα αυτοκίνητο, επειδή βρέθηκε μπροστά σας σε μια έρευνα στο Google, ή πριν αγοράσετε κάνετε πρώτα μια έρευνα για να βρείτε την καλύτερη και πιο συμφέρουσα λύση για τις ανάγκες σας; Το να είστε σωστά και έγκυρα πληροφορημένοι είναι εξίσου σημαντικό, παρ' όλο που γι' αυτό δεν ξοδεύετε χρήματα (η μεγάλη πλειοψηφία των μέσων είναι σήμερα δωρεάν). Γιατί μπορεί να σας προφυλάξει στο μέλλον από το να ξοδέψετε άσκοπα χρήματα αλλού κι από πολλές δυσάρεστες καταστάσεις και ταλαιπωρίες. Χρειάζεται και στην ενημέρωση έρευνα και αξιολόγηση λοιπόν...

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

Η απαξίωση του δημόσιου χώρου

Το μεγάλο πρόβλημα στην Ελλάδα, που αποτελεί τη βάση όλων των δεινών αυτής της χώρας από τότε που δημιουργήθηκε μέχρι σήμερα, είναι η πλήρης απαξίωση του δημόσιου χώρου και της δημόσιας περιουσίας από τους κατοίκους της. Οι Έλληνες, ιδιαίτερα ατομιστές ήδη από την αρχαιότητα, ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο αυτό το χαρακτηριστικό στη διάρκεια της τουρκοκρατίας και από τότε που απέκτησαν δικό τους κράτος, δείχνουν μηδενικό σεβασμό σε οτιδήποτε ανήκει στο κοινωνικό σύνολο, αν δεν προσπαθούν κιόλας να το οικειοποιηθούν! Σε κάθε δυσκολία το ερώτημα που προβάλλεται είναι «πού είναι το κράτος;», αλλά αυτό το κράτος και οτιδήποτε του ανήκει το απαξιώνουν όλοι. Ούτε καν η πολιτιστική μας κληρονομιά, που αποτελεί και σοβαρή πηγή εσόδων για την ελληνική κοινωνία χάρη στον τουρισμό που προσελκύει, δεν αντιμετωπίζεται με το σεβασμό που πρέπει. Την ίδια την Ακρόπολη αν αφήναμε αφύλακτη, θα ήταν σύντομα αγνώριστη από τη βρωμιά και τους βανδαλισμούς. Για τα υπόλοιπα μνημεία της Αθήνας δεν το συζητάμε, η εικόνα τους τα λέει όλα, ενώ για τα πιο σύγχρονα δημόσια περιουσιακά στοιχεία, όπως τα δημόσια κτίρια, τα συγκοινωνιακά μέσα κλπ., που σε τελική ανάλυση πληρώνουμε όλοι, η αδιαφορία και η απαξίωση με την οποία αντιμετωπίζονται δεν έχει ταίρι παγκοσμίως!

Η διαφορά είναι τεράστια με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, ακόμα και τους νότιους, που θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι σαν εμάς σε χαρακτήρα. Ένα πρόσφατο επεισόδιο στη γειτονική Ιταλία, που στην Ελλάδα θεωρούμε ότι είναι «ούνα φάτσα, ούνα ράτσα» με εμάς, δείχνει χαρακτηριστικά πόσο διαφορετική ράτσα είμαστε τελικά και πόσο δρόμο  έχουμε να διανύσουμε για να γίνουμε σύγχρονη πολιτισμένη χώρα (κάτι που θα έλυνε και πολλά άλλα προβλήματά μας, που κατά βάση οφείλονται σε πολιτιστικό έλλειμμα). Πρόσφατα ο πρόεδρος της ποδοσφαιρικής ομάδας Ρόμα της ιταλικής πρωτεύουσας, στο πλαίσιο πανηγυρισμών για μια επιτυχία της ομάδας του, βούτηξε στην ιστορική «κρήνη» Fontana dei Leoni της πλατείας "Piazza del Popolo". Αντίστοιχη ενέργεια οποιουδήποτε ποδοσφαιρικού μεγαλοπαράγοντα στην Ελλάδα θα είχε αντιμετωπιστεί ως «μαγκιά του προέδρου», ίσως και με... ύμνους από τα ΜΜΕ. Στην Ιταλία για τέτοιες «μαγκιές», που αποτελούν και έλλειψη σεβασμού προς την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας, προβλέπεται πρόστιμο 500 ευρώ! Ο πρόεδρος καταγγέλθηκε στις αρμόδιες αρχές και, σε αντίθεση με ό,τι θα περιμέναμε από έναν έλληνα μεγαλοπαράγοντα του ποδοσφαίρου, επικοινώνησε με τη δήμαρχο της Ρώμης, ζήτησε συγγνώμη και τόνισε ότι θα καταβάλει το προβλεπόμενο πρόστιμο. Δεν είναι τυχαίο ότι εκείνη η χώρα λειτουργεί ακόμα κι όταν είναι ακυβέρνητη, ενώ εδώ δεν λειτουργεί τίποτα ακόμα κι όταν έχουμε κυβέρνηση με 50 υπουργούς!

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Οι δύο σαραντάρηδες

Όσο κι αν προσπάθησαν από την κυβέρνηση να προωθήσουν μια εικόνα δύο «πολιτικών της νέα γενιάς» που επανακαθορίζουν την πορεία της Ευρώπης, με αφορμή την επίσκεψη του γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν στην Ελλάδα και τις συνομιλίες του με τον κ. Τσίπρα, η εικόνα που είδαμε όλοι ήταν άλλη, χαρακτηρίζοντας με μεγάλη ακρίβεια αυτό που ζούμε. Δύο σαραντάρηδες είδαμε πράγματι, που μοιάζουν όσο ο φάντης με το ρετσινόλαδο! Ο ένας τελείωσε το σχολείο αριστούχος, έκανε εξαιρετικές πανεπιστημιακές σπουδές, εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα αποκτώντας εμπειρία από την πραγματική οικονομία και είχε μια πολύ προσεγμένη παρουσία, σε εκφράσεις και ντύσιμο, ανάλογη του κύρους του αξιώματός του. Ο άλλος τελείωσε το σχολείο μέσα από τις καταλήψεις, το πανεπιστήμιο επίσης, με αποτέλεσμα να είναι εντελώς αμόρφωτος, δεν έχει εργασιακή εμπειρία και τη μετριότητά του την προβάλλει μέσα από την αγένεια που χαρακτηρίζει το φέρσιμό του και την εξεζητημένα ατημέλητη εμφάνισή του, που είναι ανάξια του αξιώματος του και τον κάνει να φαίνεται σαν φτωχός συγγενής δίπλα στους ηγέτες (όλων) των άλλων χωρών. Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς για να μάθει ποιος από τους δύο είναι πρόεδρος μια μεγάλη χώρας με ισχυρή παρουσία στη διεθνή οικονομία, τις τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά και τον πολιτισμό και ποιος είναι πρωθυπουργός μιας χρεοκοπημένης χώρας που κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά και που την εγκαταλείπουν χιλιάδες από τους πιο δραστήριους και πιο μορφωμένους νέους της...

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

'Οσο υπάρχουν άνθρωποι


Στη ζοφερή πραγματικότητα που ζούμε, μερικές στιγμές που σε κάνουν να αισθάνεσαι την καλή πλευρά του ανθρώπινου χαρακτήρα, αξίζουν οπωσδήποτε ένα σχόλιο. Τη μέρα που ο τρομοκράτης του Μάντσεστερ τινάχτηκε στον αέρα για να σκοτώσει παιδάκια που παρακολουθούσαν μία συναυλία, λίγο πιο πέρα στο δρόμο ήταν το στέκι δύο άστεγων. Όλη η Αγγλία, αλλά και ξένα μέσα ενημέρωσης, μιλάνε για την αντίδρασή τους μετά την έκρηξη, καθώς έτρεξαν να βοηθήσουν τα αιμόφυρτα θύματα που ήταν πεσμένα γύρω από την αίθουσα συναυλιών, μέχρι να φτάσουν τα συνεργεία διάσωσης. Οι απόκληροι της κοινωνίας, αυτοί που η σκληρή πραγματικότητα που έχουμε διαμορφώσει στη ζωή μας έχει βάλει στο περιθώριο και καταδικάσει στην κοινωνική απομόνωση, έδειξαν μια μεγαλειώδη κοινωνική αλληλεγγύη και μια απίστευτη ανθρωπιά. Η αναπόφευκτη σύγκριση με τον ψυχοπαθή φανατικό που σκότωσε παιδιά, μας αφήνει πολλές ελπίδες ότι υπάρχει καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα...

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Η «δικαιοσύνη» είναι όντως τυφλή

Η κοινωνική δικαιοσύνη είναι μια πολύπλοκη έννοια, που ερμηνεύεται και διαφορετικά από διαφορετικούς ανθρώπους. Γι' αυτό είναι και πολύ δύσκολη η εφαρμογή μέτρων που να θεωρούνται δίκαια από το σύνολο της κοινωνίας. Υπάρχουν πάντως κάποιες γενικές αρχές που είναι μάλλον κοινά αποδεκτές, αφού κανείς δεν τις αμφισβητεί, τουλάχιστον ανοιχτά. Ο εργατικός θεωρείται από όλους ότι πρέπει να έχει καλύτερη αντιμετώπιση από τον τεμπέλη, ο τίμιος από τον απατεώνα, ο φτωχός δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι δικαιούται ένα αξιοπρεπές επίπεδο στέγης, υγειονομικής περίθαλψης και τροφής κλπ. Υπάρχουν κάποιες επιλογές που εύκολα μπορούν να οδηγηθούν από την κοινή λογική, είναι όμως πραγματικά εντυπωσιακό το πώς οι τυχοδιώκτες της πολιτικής και οι έμποροι ελπίδας σαν τους δήθεν αριστερούς που μας κυβερνούν σήμερα, μπορούν να κάνουν το μαύρο άσπρο και να παίρνουν αποφάσεις απολύτως άδικες, που τις πλασάρουν ως πολιτική κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η αντιμετώπιση των συνταξιούχων και του συνταξιοδοτικού προβλήματος συνολικά από την κυβέρνηση είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα τις καραμπινάτης αδικίας στην οποία οδηγεί ο ψηφοθηρικός τυχοδιωκτισμός. Τα μεγάλα λόγια για τους «χαμηλοσυνταξιούχους» και την ανάγκη στήριξής τους, κρύβουν μια πραγματικότητα που στην Ελλάδα τη γνωρίζουμε όλοι. Υπάρχουν άνθρωποι που για μια ολόκληρη ζωή, μέχρι και τέσσερις δεκαετίες, πλήρωναν τακτικά τις ασφαλιστικές τους εισφορές, καμιά φορά υπέρογκες, καμιά φορά και σε περισσότερα από ένα ασφαλιστικά ταμεία, για να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής στα γεράματά τους. Και υπάρχουν πολλοί άλλοι, ανάμεσά τους και ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από αυτούς που αποκαλούνται «χαμηλοσυνταξιούχοι», που σε μια μία διάρκεια επαγγελματικού βίου 30 ή και 40 ετών πλήρωσαν εισφορές μόνο για 15-20 χρόνια, δουλεύοντας «μαύρα» τα υπόλοιπα και βάζοντας τα λεφτά στην τσέπη. Συχνά μάλιστα, ακόμα και σε αυτά τα 15-20 χρόνια που πλήρωναν εισφορές, αυτές ήταν πολύ χαμηλές, βασισμένες σε μέρος μόνο του εισοδήματός τους. Όταν λοιπόν οι νοικοκύρηδες αποταμίευαν στην ουσία, πληρώνοντας μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους στα ασφαλιστικά ταμεία για να εξασφαλίσουν τα γεράματά τους, αυτοί έτρωγαν τα λεφτά, αγόραζαν περιουσιακά στοιχεία, περνούσαν γενικά πιο άνετα, χωρίς να υπολογίζουν το αύριο.

Έρχεται λοιπόν η σημερινή κυβέρνηση που δήθεν επαγγέλλεται την κοινωνική δικαιοσύνη και εξισώνει αυτούς που παίρνουν χαμηλή σύνταξη γιατί απλά ήταν φτωχοί και πλήρωναν εισφορές για πολύ χαμηλές αποδοχές, με εκείνους που παίρνουν χαμηλή σύνταξη γιατί κορόιδευαν την κοινωνία και έκλεβαν τα ασφαλιστικά ταμεία! Αντί να στηρίξει τους πρώτους (αυτό είναι πράγματι κοινωνική δικαιοσύνη) και να αφήσει τους δεύτερους να ζήσουν με τη χαμηλή σύνταξη που αυτοί επέλεξαν να παίρνουν, κόβει συνεχώς τις συντάξεις, όχι μόνο εκείνων που έχουν υψηλές συντάξεις χάρη σε διάφορα συντεχνιακά προνόμια, αλλά και των τίμιων που επί 35-40 χρόνια πλήρωναν υψηλές εισφορές, για να «προστατεύσει» αυτούς που κορόιδευαν την κοινωνία. Και αυτό το ονομάζει ανερυθρίαστα «κοινωνική δικαιοσύνη».

Ακόμα χειρότερα είναι τα πράγματα με την πρόσφατη, επίσης ψηφοθηρική, απόφαση να μοιραστεί το υπερβάλλον πλεόνασμα του φετινού προϋπολογισμού στους συνταξιούχους που παίρνουν μέχρι 750 ευρώ. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι τα 750 ευρώ είναι υψηλό εισόδημα, ούτε ότι εξασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής, είναι όμως ένα εισόδημα και μάλιστα σταθερό. Την ίδια στιγμή εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες που δούλευαν στον ιδιωτικό τομέα, συχνά οικογενειάρχες με υποχρεώσεις, είναι μακροχρόνια άνεργοι κι έχουν μηδενικό εισόδημα, άρα βρίσκονται σε πολύ χειρότερη μοίρα από κάποιους συνταξιούχους των 750, ή ακόμα και των 500 ή των 400 ευρώ. Κι αντί να διοχετευθεί το σύνολο του πλεονάσματος σ' αυτούς τους ανθρώπους με το μηδενικό εισόδημα, προτιμήθηκε να διοχετευθεί στους συνταξιούχους με το εξασφαλισμένο -χαμηλό- εισόδημα. Κι αυτό ονομάζεται «κοινωνική δικαιοσύνη». Η «δικαιοσύνη» είναι όντως τυφλή!

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Η γελοιότητα ως εργαλείο διαπλοκής

Μπορεί κανείς να υποστηρίζει την κυβέρνηση ή αυτή να του προκαλεί αλλεργία, να είναι αριστερός, κεντρώος ή δεξιός, να προτιμάει έναν ισχυρό ρόλο του κράτους ή να πιστεύει ότι η αγορά πρέπει να τα ρυθμίζει όλα (αυτό δεν ταυτίζεται στην Ελλάδα απαραίτητα με το αν είσαι αριστερός ή δεξιός, γιατί υπάρχουν δεξιοί που είναι πιο κρατιστές κι από τον... Κάστρο). Δημοκρατία έχουμε, ο καθένας δικαιούται να υποστηρίζει ό,τι θέλει. Πέρα όμως από τις ιδεολογίες, υπάρχει και η κοινή λογική. Όταν είναι νύχτα, δεν μπορείς να λες ότι είναι μέρα μόνο και μόνο για να πεις το αντίθετο απ' αυτό που λένε οι ιδεολογικοί σου αντίπαλοι, γιατί έρχεσαι σε αντίθεση με την αντικειμενική πραγματικότητα. Η κοινή λογική, λοιπόν, λέει ότι, ασχέτως των τεράστιων ευθυνών των προηγούμενων κυβερνήσεων για το άναρχο τηλεοπτικό τοπίο της Ελλάδας, όλο αυτό το θέατρο που παίχτηκε με τη διαδικασία δημοπράτησης των τηλεοπτικών αδειών, ξεπέρασε κάθε έννοια γελοιότητας, εξευτέλισε διεθνώς τη χώρα δημιουργώντας αντικίνητρα για οποιονδήποτε θα ενδιαφερόταν να επενδύσει εδώ και φυσικά, όχι μόνο δεν χτύπησε τη διαπλοκή, αλλά δημιούργησε μια κατάσταση που κατεξοχήν ευνοεί την διαπλοκή.

Σκεφτείτε κατ' αρχάς να ενδιαφερόταν να επενδύσει στην ελληνική τηλεοπτική αγορά ένας από τους μεγάλους διεθνείς ομίλους που δραστηριοποιούνται στον τομέα! Φαντάζεστε την αντίδρασή τους, όταν μάθαιναν ότι πρέπει ο πρόεδρος ή ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας τους να έρθει στην Ελλάδα και να κλειστεί σ' ένα δωμάτιο για 3-4 μέρες μαζί με τους ανταγωνιστές του, τρώγοντας από κέτερινγκ και χρησιμοποιώντας χημικές τουαλέτες. Ακόμα θα έτρεχαν προς την αντίθετη κατεύθυνση απ' αυτήν που όπου βρίσκεται η Ελλάδα! Και αυτό δεν δημιουργεί αρνητική εικόνα μόνο σε υποψήφιους επενδυτές των μέσων ενημέρωσης (που ενδεχομένως θα ήθελε η κυβέρνηση επίτηδες να αποθαρρύνει, ώστε να συμμετάσχουν μόνο Έλληνες), αλλά σε οποιονδήποτε έχει την Ελλάδα ως πιθανό στόχο επένδυσης σε οποιονδήποτε τομέα. Οι ξένοι επιχειρηματίες δεν κάθονται να εξετάσουν λεπτομέρειες για τις ιδεοληψίες του κάθε παράξενου που παριστάνει τον υπουργό, αλλά βλέπουν μία χώρα και τη συνολική πολιτική της προς τους πιθανούς επενδυτές. Αν αυτή η πολιτική ασκείται με καραγκιοζιλίκια, πολύ απλά στρέφονται αλλού.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, είναι ότι αποτελεί την πιο πετυχημένη μέθοδο για να ευνοηθεί η κάθε είδους διαπλοκή, καταρρίπτοντας έτσι το κυβερνητικό επιχείρημα περί δήθεν προσπάθειας δημιουργίας ενός νέου τηλεοπτικού τοπίου που θα είναι απαλλαγμένο από τη διαπλοκή. Για τον απλούστατο λόγο -κι εδώ μπαίνει η κοινή λογική που αναφέραμε παραπάνω, αφήνοντας απ' έξω τις ιδεολογίες- πως όταν βάζεις ως μοναδικό κριτήριο τη μέγιστη τιμή για να δώσεις μία τηλεοπτική άδεια και αναγκάζεις κάποιον να δώσει χρήματα που, πολύ απλά, δεν πρόκειται ποτέ να βγουν απ' αυτήν τη δουλειά (ειδικά οι δύο πλειοδότες που δεν είχαν ήδη τηλεοπτικό κανάλι, θα χρειαστούν πολύ πάνω από 100 εκατομμύρια για να αρχίσουν να εκπέμπουν) δεν καταπολεμάς τη διαπλοκή, αλλά την ενισχύεις. Πρώτον, γιατί όποιος δίνει λεφτά χωρίς προοπτική απόσβεσης, περιμένει προφανώς να τα βγάλει από κάπου αλλού (ο νοών νοείτω). Ας μη ξεχνάμε μάλιστα, πως οι άδειες θα ισχύουν μόνο για 10 χρόνια, άρα μέσα σ' αυτό το διάστημα πρέπει να γίνει και η απόσβεση, κάτι ακόμα πιο απίθανο. Δεύτερον, γιατί ζητώντας δεκάδες εκατομμύρια που δεν θα βγουν ποτέ, ευνοείς αυτούς που έχουν απεριόριστο μαύρο χρήμα σε βάρος των επιχειρηματιών που έχουν διαφανείς δουλειές και πληρώνουν φόρους. Πιο ευνοϊκό περιβάλλον για την δημιουργία συνθηκών διαπλοκής, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να δημιουργηθεί...

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Η απαξίωση της γνώσης

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τη σημερινή κυβέρνηση δεν είναι η πλήρης ανικανότητά της να διαχειριστεί την κρίση και να εφαρμόσει ένα συγκροτημένο πρόγραμμα για την ανάκαμψη της οικονομίας και τον εκσυγχρονισμό του κράτους. Δεν είναι καν η ιδεοληψία, σχεδόν θρησκευτικού χαρακτήρα, με την οποία αντιμετωπίζει το δημόσιο με τους δεκάδες άχρηστους οργανισμούς, τις αναποτελεσματικές υπηρεσίες και τους υπεράριθμους σε ορισμένες περιπτώσεις υπαλλήλους, που δεν τολμάει να αγγίξει ακόμα κι αν η μόνη εναλλακτική είναι να κόψει συντάξεις από γέροντες και να οδηγήσει σε χρεοκοπία χιλιάδες επαγγελματίες και επιχειρήσεις και στην ανεργία χιλιάδες εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, που θεωρεί παιδιά ενός κατώτερου θεού. Σε τελική ανάλυση, ανίκανες κυβερνήσεις έχουμε γνωρίσει και στο παρελθόν και οι πολιτικάντηδες με ιδεοληψίες και εμμονές ποτέ δεν μας έλειψαν, ασχέτως αν αυτοί εδώ δείχνουν ακόμα χειρότεροι επειδή είναι εντελώς «χύμα», για να χρησιμοποιήσουμε τη λαϊκή έκφραση.

Το χειρότερο είναι ότι το μόνο οργανωμένο σχέδιο που έχουν και δυστυχώς ελάχιστοι δείχνουν να αντιλαμβάνονται, πιστεύοντας ότι πρόκειται για μία ακόμα πλευρά της κυβερνητικής ανικανότητας, είναι η πλήρης απαξίωση της γνώσης και της μάθησης, η υποβάθμιση αν όχι η υπονόμευση και η κατάργηση της φιλομάθειας και της αριστείας και η εξώθηση όλων, αν είναι δυνατόν, των ικανών Ελλήνων να φύγουν στο εξωτερικό. Είναι γι' αυτούς ο μόνος τρόπος να παραμείνουν για χρόνια στο παιχνίδι της εξουσίας, εκπροσωπώντας τις μετριότητες και τους αποτυχημένους, που με αυτόν τον τρόπο θα αποκτούν όλο και μεγαλύτερο βάρος στην ελληνική κοινωνία, αριθμητικά, ποσοστιαία και πολιτικά. Όσα γίνονται στο χώρο της παιδείας τον τελευταίο χρόνο ούτε τυχαία είναι, ούτε αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις.

Και μόνο το γεγονός ότι επικεφαλής στον τομέα της παιδείας έχουν βάλει έναν άνθρωπο χωρίς πτυχίο και πριν απ' αυτόν ένα «πανεπιστημιακό» που είχε αλλεργία στην αριστεία, δείχνει τί σημαίνει η παιδεία γι' αυτούς. Κι από εκεί και πέρα κάθε κίνηση που κάνουν, κάθε εξαγγελία, κάθε πρόταση, κινείται με συνέπεια προς την κατεύθυνση της ισοπέδωσης προς τα κάτω, της αναξιοκρατίας, της υποβάθμισης της παιδείας γενικώς (ακόμα και της δημόσιας για την οποία κόπτονται συνεχώς), της απαξίωσης της γνώσης (ο σερβιτόρος που έγινε σύμβουλος... στρατηγικού σχεδιασμού δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου, που τον πήραμε χαμπάρι επειδή είναι δίπλα στον πρωθυπουργό). Η υποβάθμιση των (δημόσιων) πανεπιστημίων έχει φτάσει σε επίπεδα εξαθλίωσης και τα γεγονότα αυτής της εβδομάδας, με την κατάληψη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από εξωπανεπιστημιακούς «ακτιβιστές» (μεταξύ των οποίων και αλλοδαποί ομοϊδεάτες τους) που το μετέτρεψαν σε κάμπινγκ για τις εκδηλώσεις τους αφού έσπασαν τις κλειδαριές και μπήκαν μέσα με τσαμπουκά χωρίς να αντιδράσει το κράτος, δείχνει σε τί υπόληψη έχουν τα πανεπιστήμια και την ανώτατη εκπαίδευση. Κι εν τω μεταξύ χιλιάδες πτυχιούχοι με προσόντα, γνώσεις, μεταπτυχιακά και όρεξη για δουλειά, για τις σπουδές των οποίων έχει πληρώσει ένα σωρό λεφτά η ελληνική κοινωνία, φεύγουν στο εξωτερικό, σε χώρες όπου οι κυβερνήσεις σέβονται τη γνώση πολύ περισσότερο από τη δική μας, στερώντας την ελληνική κοινωνία από την αφρόκρεμα που θα την τραβούσε προς τα πάνω. Κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποία δεν υπάρχει πια ελπίδα γι' αυτήν τη χώρα, που θα σέρνεται για δεκαετίες στη μετριότητα, ζώντας από τις ελεημοσύνες των άλλων και από τη -στρεβλή- αξιοποίηση της ιστορίας της και του φυσικού της περιβάλλοντος για τουριστικούς σκοπούς, πάντα με τη νοοτροπία της αρπαχτής και της αρπακόλλας. Την ίδια στιγμή που τα διαμάντια που στέλνουμε έξω, θα βοηθούν άλλες κοινωνίες να προχωρούν κι άλλα βήματα μπροστά, αφήνοντάς μας ακόμα πιο πίσω...