«...τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα, ουκ απράγμονα, αλλ' αχρείον νομίζομεν...»

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Φανατισμός χωρίς όρια

Όταν η ιδεοληψία φτάνει στα όρια της παράνοιας, πείθεσαι πλέον πως ο Θεός ο ίδιος να κατέβει για να σώσει την Ελλάδα, να μας χαρίσει ως διά μαγείας όλα τα χρέη και να μας δώσει και... καβάτζα καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια για να έχουμε μέχρι να ξανασταθούμε στα πόδια μας, αυτή η χώρα δεν σώζεται με τίποτα. Πολιτικές αντιπαραθέσεις, πολύ έντονες μάλιστα, υπάρχουν σε όλες τις δημοκρατικές χώρες, είναι απόλυτα φυσιολογικές άλλωστε αφού δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες αντιλήψεις και τα ίδια συμφέροντα. Σε όλες αυτές τις χώρες υπάρχουν όμως και κάποιοι κοινά αποδεκτοί κανόνες δεοντολογίας και ηθικής και υπάρχει βέβαια και η κοινή λογική, που κάνουν ορισμένα πράγματα αυτονόητα.

Εδώ δυστυχώς δεν υπάρχουν τα αυτονόητα, γιατί δεν υπάρχουν ούτε κοινά αποδεκτοί κανόνες δεοντολογίας και ηθικής, ούτε κοινή λογική, όπως αποδεικνύουν δύο περιστατικά που συνέβησαν αυτόν το μήνα, το ένα σε επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε κόμματα, το άλλο -δυστυχώς- σε επίπεδο καθημερινών ανθρώπων. Στην πρώτη περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ, η αξιωματική αντιπολίτευση δηλαδή, που διεκδικεί άμεσα την εξουσία από την παρούσα κυβέρνηση, έβγαλε μία ανακοίνωση όλο... φωτιά και λαύρα, με αφορμή την εγκύκλιο που θα ήταν αυτονόητη σε οποιαδήποτε ευνομούμενη χώρα, για τον έλεγχο των πιστοποιητικών διορισμού των δημοσίων υπαλλήλων, ώστε να εντοπιστούν οι πλαστογράφοι που στην ουσία έκλεψαν τις θέσεις που δεν δικαιούνταν. Στην ανακοίνωση του ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει τον υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης ότι «... όντας σε διατεταγμένη υπηρεσία από την τρόικα και τους δανειστές, προχωρά στην αναζήτηση και άλλων δεξαμενών απολύσεων, ξεθάβοντας από τα βαθιά σκοτάδια των δικών τους "ειδικών προσλήψεων" και υπηρεσιακών μεταβολών, όλους τους φακέλους πρόσληψης, συμμετοχής σε εξετάσεις, έκδοση τίτλων σπουδών κ.ά, των δημοσίων υπαλλήλων, προετοιμάζοντας την κοινή γνώμη για να την καταστήσει συνένοχο στην εξόντωσή τους»!!!

Σε ποια άλλη χώρα ένα κόμμα εξουσίας,  ή ακόμα κι ένα κόμμα μικρό που δεν διεκδικεί την εξουσία, θα τολμούσε να υποστηρίξει ότι ο εντοπισμός των πλαστογράφων που κατέλαβαν με ψεύτικα πιστοποιητικά θέσεις που δικαιούνταν άνθρωποι άνεργοι με πραγματικά προσόντα, γίνεται «σε διατεταγμένη υπηρεσία από την τρόικα» και δεν είναι απλώς κάτι αυτονόητο που αν δεν το έκανε η κυβέρνηση, όφειλε να την ελέγξει γι' αυτό η αντιπολίτευση; Ο αμοραλισμός και ο τυχοδιωκτισμός των πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα έφτασε πλέον σε τέτοια επίπεδα, που οι πολιτικές δυνάμεις υποστηρίζουν κλέφτες και απατεώνες προκειμένου να κερδίσουν ψήφους, λες και πρόκειται όχι για πολιτικά κόμματα που εκφράζουν ιδεολογικές κατευθύνσεις, αλλά για συνδικαλιστικές παρατάξεις των... εγκλείστων στις φυλακές.

Αλλά έστω πως τα πολιτικά κόμματα μας έχουν πείσει πλέον για τον τυχοδιωκτισμό και την έλλειψη ηθικής που τα διακρίνει. Τί να πει κανείς για την παράνοια στην οποία οδηγεί ο πολιτικός φανατισμός απλούς πολίτες, σε βάρος ακόμα και των ίδιων των συμφερόντων τους; Λίγες μέρες νωρίτερα, η γενική συνέλευση των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων της Νάουσας, μιας πόλης στην οποία τα σχολεία του Δήμου είχαν κλείσει ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την έλλειψη πετρελαίου θέρμανσης, αποφάσισε να αρνηθεί τη... δωρεά πετρελαίου θέρμανσης από το ίδρυμα του Τζορτζ Σόρος (την οποία είχε δεχθεί ο Δήμαρχος) γιατί τους «...προκάλεσαν εύλογες υποψίες οι λόγοι για τους οποίος ο φιλάνθρωπος αυτός μεγιστάνας σκέφτηκε ξαφνικά το πρόβλημα των σχολείων της Νάουσας»!!! Κι αυτό γιατί, όπως είπε ο πρόεδρός τους «Είμαστε βέβαιοι ότι από αυτή την "ευεργεσία" ο κ. Σόρος αναμένει ανταλλάγματα και δεν θέλουμε τα σχολεία των παιδιών μας να μπουν σ' αυτό το παιχνίδι»!!!!!!

Χωρίς στοιχεία δηλαδή, χωρίς να υπάρχει καμία συμφωνία για κανένα αντάλλαγμα, προτιμούν να κρυώνουν τα παιδιά τους, παρά να δεχθούν (όχι αυτοί άλλωστε, ο δήμος) τη δωρεά του ιδρύματος ενός μεγιστάνα. Βγάζοντας προς τα έξω όλη αυτήν την αμετροέπεια και τον ηλίθιο εγωκεντρισμό των Νεοελλήνων, που νομίζουν ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου και όλοι κοιμούνται και ξυπνούν με τη σκέψη πώς θα μας τη φέρουν! Και τί στο διάβολο να θέλει δηλαδή ο Σόρος και ο κάθε μεγιστάνας του πλούτου επιπέδου Σόρος από τη... Νάουσα, που προσπαθεί να την εξαγοράσει με μερικά λίτρα πετρελαίου; Έλεος πια, στη Νάουσα ζείτε, όχι στο Λευκό Οίκο! Ξεπεράστε λίγο το φανατισμό σας, κοιτάξτε να ζεσταθούν τα παιδιά σας αφού δεν σας ζητάει κανείς «ανταλλάγματα» γι' αυτό κι όταν με το καλό γίνει η... επανάσταση, βρείτε πετρέλαιο από τον Μαδούρο ή απ' οπουδήποτε αλλού θέλετε. Μέχρι τότε είναι κρίμα να γίνονται τα πιτσιρίκια όμηροι του φανατισμού σας...

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Η κρίση στα πανεπιστήμια

Η πολιτική σύγκρουση (γιατί περί αυτού πρόκειται) που εξελίσσεται εδώ και εβδομάδες στα μεγαλύτερα ελληνικά πανεπιστήμια είναι η τελευταία απόδειξη, ακόμα και για τους πιο δύσπιστους,  για την ανικανότητα του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος στο σύνολό του να βγάλει την Ελλάδα από την κρίση με προοπτική μιας υγιούς ανάπτυξης σε μόνιμη βάση και όχι με δεκανίκια και ενέσεις  από κάθε είδους εταίρους και συμμάχους. Αυτή τη στιγμή η χώρα έχει κυριευθεί από μία πολιτική συμμορία (στην οποία συμπεριλαμβάνονται όλα τα πολιτικά κόμματα, ακόμα και τα δήθεν «αντισυστημικά») που έχει ως μοναδικό σκοπό τη διατήρηση της εξουσίας από τους επαγγελματίες της πολιτικής και τους κομματικούς στρατούς τους. Εκείνο το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας δηλαδή που περιλαμβάνει τα λιγότερο ικανά μέλη της, που εκτός πολιτικής είναι αμφίβολο αν θα μπορούσαν να βρουν ικανοποιητική απασχόληση, αλλά ταυτόχρονα και τα πιο αδίστακτα και τυχοδιωκτικά, που δεν θα δίσταζαν να οδηγήσουν τη χώρα στο χάος προκειμένου να διατηρήσουν τη δική τους θέση στην προνομιούχο δραστηριότητα της πολιτικής, η οποία τους εξασφαλίζει άνετη διαβίωση με δικά μας έξοδα.

Η λυσσώδης μάχη που δίνουν μεταξύ τους δεν έχει ούτε στο ελάχιστο ως σκοπό την εξάλειψη της δυστυχίας στην Ελλάδα και την πρόοδο της ελληνικής κοινωνίας στο σύνολό της, την οποία άλλωστε δεν έχουν και τις ικανότητες να πετύχουν, αλλά αποκλειστικά και μόνο την εξουσία και τα αυξημένα προνόμια που προκύπτουν από αυτή, και για εκείνους που την ασκούν, και για την πολιτική πελατεία τους, τους συνδικαλιστικούς και παραπολιτικούς παρατρεχάμενους που συνδέονται μαζί τους. Τα πανεπιστήμια στα οποία ξέσπασε η κρίση δεν είναι τυχαία, είναι κυρίως αυτά στα οποία έχουν καταγγελθεί τα μεγαλύτερα όργια χαριστικών προσλήψεων, κάποιες από τις οποίες πρέπει τώρα μοιραία να θυσιαστούν λόγω της ανάγκης μείωσης του δημοσίου. Μιας μείωσης που δεν γίνεται βέβαια ορθολογικά, αλλά με αντιστάσεις στις πιέσεις της τρόικας και με κάθε προσπάθεια να διασωθούν οι πιο κοντινοί «ημέτεροι» όλων των πλευρών, καταλήγοντας τελικά σε τυφλές απολύσεις, ανεξαρτήτως ικανοτήτων και γνώσεων.

Το γεγονός ότι αυτή η μάχη γίνεται με όμηρο ένα τεράστιο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, τους χιλιάδες φοιτητές και τις οικογένειές τους, δεν απασχολεί κανένα. Από τη μία πλευρά έχουμε μία αντιπολίτευση που (σύμφωνα άλλωστε και με δικές της δηλώσεις) προσπαθεί να ρίξει την κυβέρνηση από το πεζοδρόμιο και όχι περιμένοντας τις επόμενες εκλογές και θέτει υπό την προστασία της (συχνά και την καθοδήγησή της) κάθε ακραία διεκδίκηση, ακόμα κι αν έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις υποτιθέμενες αρχές της. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κλειστές αίθουσες, οι κλειδωμένες από τους υπαλλήλους πόρτες των πανεπιστημίων και η βίαια «περιφρούρηση» της απεργίας αποτελούν μία βάναυση παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου, για το οποίο κόπτεται τόσα χρόνια η αντιπολίτευση, χωρίς να ιδρώνει το αυτί κανενός. Όπως επίσης, η πλήρης απαξίωση των μεγαλύτερων ελληνικών πανεπιστημίων από το χάος που επικρατεί σ' αυτά επί χρόνια με τις συνεχείς καταλήψεις που προκαλούν αντιπολιτευτικές μειοψηφίες και την απώλεια του εξαμήνου στην οποία οδηγεί η σημερινή κατάσταση (ή τη διάσωσή του με ψευτολύσεις που απαξιώνουν ακόμα περισσότερο τα πανεπιστήμια, αφού στην πράξη έχει ήδη χαθεί), αποτελεί το μεγαλύτερο χτύπημα κατά της δημόσιας παιδείας. Αυτής που υποτίθεται πως υπερασπίζονται οι «αγωνιστές» των καταλήψεων και των κλειστών πανεπιστημίων και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά σκοτώνουν καθημερινά με τις πράξεις τους.

Από την άλλη πλευρά έχουμε μία κυβέρνηση που δεν έχει απαλλαγεί καθόλου από τη φαύλη μικροκομματική νοοτροπία του παρελθόντος, που βασίζει τη λειτουργία της σε αποτυχημένους πολιτικάντηδες και «συμβούλους», συνυπεύθυνους στο παρελθόν για τη χρεοκοπία της χώρας, που φοβούμενη το «πολιτικό κόστος» από τη δική της πελατεία δεν έχει τολμήσει να εφαρμόσει εγκαίρως τους νόμους όπου χρειάζεται, ώστε να μην παίρνει οριζόντια μέτρα, αλλά να μειώνει, να απολύει, να μετακινεί με βάση τις πραγματικές ανάγκες και την αξιοκρατία. Αφήνει έτσι τα πράγματα να εξελίσσονται ραγδαία προς το χειρότερο, δεν εφαρμόζει τους νόμους και τις αποφάσεις των δικαστηρίων, ώστε να μπορεί μετά να ρίξει το φταίξιμο στην αντιπολίτευση για όσα ακολουθήσουν σε βάρος των φοιτητών, που είναι όμηροι του πολιτικού παιχνιδιού.

Θα πρέπει, όμως, να τονιστεί παράλληλα με όλα αυτά και η απάθεια με την οποία αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία αυτόν τον πόλεμο των πολιτικών συμμοριών που γίνεται σε βάρος της, έχοντας μάθε επί δεκαετίες να μη διεκδικεί το δίκαιο και το σωστό, αλλά να περιμένει λύσεις «από πάνω», ακόμα κι αυτές προκαλούν στρεβλώσεις και δυσλειτουργίες που τις βρίσκουμε πάντα μπροστά μας μετά από λίγο καιρό. Προ ημερών έγινε στην Αθήνα μία συγκέντρωση διαμαρτυρίας υπέρ του ανοίγματος των πανεπιστημίων, στην οποία μαζεύτηκαν μόνο χίλια άτομα από τις δεκάδες χιλιάδες που πλήττονται από τα κλειστά πανεπιστήμια. Στην ιστοσελίδα που δημιουργήθηκε για τη συγκέντρωση υπογραφών υπέρ του ανοίγματος των πανεπιστημίων, ο αριθμός των υπογραφών δεν έχει περάσει ούτε τις 30.000 αντί να είναι τρία εκατομμύρια! Προφανώς περιμένουν από τον Σαμαρά, το Βενιζέλο, τον Τσίπρα, τους ψεκασμένους ή ακόμα και τους νεοναζί να τους δώσουν τη λύση. Μόνο που αυτοί νοιάζονται μόνο για την πάρτη τους και η λύση που θα δώσουν θα είναι λειψή και ανεπαρκής. Και θα την βρούμε πάλι μπροστά μας, όταν τα ακριβοπληρωμένα από τους γονείς πτυχία θα έχουν εξελιχθεί σε κουρελόχαρτα...

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Εσκεμμένη παραπληροφόρηση

Το ότι η πολιτική στην Ελλάδα ασκείται με μια εντελώς πολιτικάντικη και πελατειακή νοοτροπία, που βασίζεται στην κολακεία των ψηφοφόρων, τις πιο απίθανες υποσχέσεις, την πλήρη άρνηση κάθε πρότασης του αντιπάλου, σε βαθμό παραποίησης των θέσεων του ή ακόμα και συκοφάντησής του, είναι κάτι γνωστό και δεδομένο και δυστυχώς αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για την αδυναμία δημιουργία βιώσιμων πολιτικών λύσεων για την έξοδο από την κρίση. Το κακό είναι ότι σ' αυτόν το χορό της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας και τελικά της παραπληροφόρησης των πολιτών, συμμετέχουν εν χορώ και τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης. Σκανδαλοθηρικές φυλλάδες και  κανάλια υποκουλτούρας υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Υπάρχουν όμως και σοβαρά μέσα που ακολουθούν την κλασική συνταγή της υγιούς δημοσιογραφίας, δηλαδή την απλή αναφορά των ειδήσεων, ευχάριστων ή δυσάρεστων, για να βγάζει τα συμπεράσματά του ο αναγνώστης/ακροατής/θεατής και, ανάλογα με το μέσο, τον εκ των υστέρων σχολιασμό αυτών των ειδήσεων, σε δεύτερο πλάνο όμως, σε άλλες σελίδες ή εκπομπές, συχνά και από άλλους δημοσιογράφους ή σχολιαστές.

Στην Ελλάδα όλα αυτά έχουν πεταχτεί στο καλάθι των αχρήστων και στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων δημιουργείται ένας αχταρμάς που είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς αν αποτελεί την είδηση ή τη θέση του μέσου ή του δημοσιογράφου για το θέμα που αφορά την είδηση, ή ένα μίγμα και των δύο με άγνωστες αναλογίες. Ακόμα χειρότερα δε, πολλοί δημοσιογράφοι έχουν αυτοαναγορευτεί σε αυθεντικούς ερμηνευτές των... βαθύτερων σκέψεων των πολιτικών, ερμηνεύοντας τις δηλώσεις τους όπως εκείνοι νομίζουν. Συνήθως βέβαια, απλώς ανιχνεύουν τις τάσεις της κοινής γνώμης και ερμηνεύουν κάθε δήλωση ή πολιτική πράξη με τρόπο να γίνονται αυτοί αρεστοί στην κοινή γνώμη, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πλήρη διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Εκεί δε που γίνεται... πάρτι, είναι όταν υπάρχουν δηλώσεις από τεχνοκράτες, οι οποίοι δεν έχουν απαραίτητα συνηθίσει στην μπουρδολογία των πολιτικάντηδων που άλλα λένε και άλλα εννοούν (ή δεν εννοούν τίποτα!) και λένε τα πράγματα όπως είναι. Πολλά ΜΜΕ (αλλά και οι πολιτικοί, που δεν θέλουν να τους χαλάει κανείς την πιάτσα με ειλικρινείς δηλώσεις) θεωρούν εκ προοιμίου ότι αυτό δεν είναι δυνατόν κι ότι πίσω από κάθε τεχνοκρατική δήλωση κρύβεται πάντα κάτι άλλο, συνήθως κακό για τον κόσμο, το οποίο... αποκαλύπτουν (με αυθαίρετες ερμηνείες) για να τον προστατέψουν!

Από εκεί και πέρα αρχίζει ένα μαραθώνιος δηλώσεων και αντιδηλώσεων, που δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις στην κοινή γνώμη και αποπροσανατολίζει κάθε απόπειρα διαλόγου. Τελευταίο πρόσφατο δείγμα ήταν η δήλωση του υπουργού Οικονομικών για το μνημόνιο και ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύθηκε από πολιτικούς και ΜΜΕ. Είπε επί λέξει ο κ. Στουρνάρας: «Δεν είναι τυχαίο ότι το μνημόνιο, αυτό το μνημόνιο που έχουμε, παρ' όλες τις αδυναμίες του, είναι ίσως το μοναδικό κείμενο πολιτικής -και πρέπει να είμαστε ειλικρινείς- που έθεσε συγκεκριμένους στόχους δεσμευτικούς για το σύνολο του ελληνικού κράτους, είτε μας αρέσει είτε όχι» και έγινε χαμός! Πολιτικοί (και της συμπολίτευσης) και ΜΜΕ άρχισαν να φωνάζουν ότι επαινεί το μνημόνιο, ότι λέει πως είναι άψογο το κείμενο του μνημονίου, ότι το θεωρεί αλάνθαστο ενώ ακόμα και πολλοί ξένοι εντοπίζουν λάθη σ' αυτό κλπ.

Αρκεί να ξέρει κανείς απλά ελληνικά για να βγει από τα ρούχα του βλέποντας μια τόσο χονδροειδή παραποίηση της πραγματικότητας. Κατ' αρχάς η δήλωση λέει κάτι που κανείς, ούτε η αντιπολίτευση δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Ότι δηλαδή «το μνημόνιο έθεσε συγκεκριμένους στόχους δεσμευτικούς για το σύνολο του ελληνικού κράτος» (αυτό σίγουρα δεν αμφισβητείται φαντάζομαι!) κι ότι είναι «το μοναδικό κείμενο πολιτικής» που έκανε κάτι τέτοιο (προσθέτοντας μάλιστα κι ένα «ίσως» για την -απίθανη- περίπτωση που του έχει διαφύγει κάποια εξαίρεση). Γνωρίζετε εσείς κανένα άλλο κείμενο στην Ελλάδα που να θέτει «συγκεκριμένους στόχους δεσμευτικούς για το σύνολο του ελληνικού κράτος»; Ούτε καν οι νόμοι δεν θέτουν τέτοιους στόχους και κάθε νόμος στην Ελλάδα απαιτεί καμιά... δεκαριά εγκυκλίους και υπουργικές αποφάσεις για να προσδιοριστεί ο τρόπος εφαρμογής του, η οποία τελικά γίνεται όπως βολεύει τον κάθε υπουργό. Τί είπε λοιπόν ο κ. Στουρνάρας που δεν αληθεύει, αφού ΚΑΝΕΝΑ δεσμευτικό κείμενο δεν υπάρχει ποτέ σ' αυτή τη χώρα, γι' αυτό άλλωστε και κάθε πρόγραμμα του κράτους ράβεται και ξηλώνεται επί χρόνια για να εφαρμοστεί (αν εφαρμοστεί);

Από πού κι ως πού, όμως, μια διαπίστωση για την τεχνική υφή του μνημονίου αποτελεί εγκώμιο του περιεχομένου του; Ότι έχει δεσμευτικούς στόχους ανέφερε, όχι ότι οι μέθοδοι που προτείνει είναι οι σωστές. Και μάλιστα στη δήλωσή του αναφέρει την έκφραση «παρ' όλες τις αδυναμίες του», που σημαίνει ότι κι ό ίδιος δέχεται πως το μνημόνιο έχει αδυναμίες και δεν είναι καθόλου άψογο, όπως ερμήνευσαν μερικοί ότι πιστεύει με βάση αυτήν τη δήλωση. Απλά ανέφερε το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του μνημονίου, την ύπαρξη δεσμευτικών στόχων, σε αντιπαράθεση με τα όσα κάνουν τόσα χρόνια οι ελληνικές κυβερνήσεις, που ποτέ δεν δημιουργούν προγράμματα με στόχους και δεσμεύσεις. Στην ουσία άλλωστε, κανένα ελληνικό κόμμα δεν έχει πραγματικό πρόγραμμα, με την έννοια των στόχων και των μεθόδων επίτευξής τους, αλλά όλα έχουν από ένα γενικό ευχολόγιο, βασισμένο στη λογική του «άσε και βλέπουμε»! Γι' αυτό τελικά χάλασε ο κόσμος με τη δήλωση του υπουργού Οικονομικών. Γιατί όλοι αυτοί που έσπευσαν να τη στηλιτεύσουν, δεν θέλουν να υπάρχουν ποτέ δεσμευτικοί στόχοι στην ελληνική πολιτική, αφού έτσι δεν εξυπηρετούνται οι πελατειακές σχέσεις. Χωρίς δεσμευτικούς στόχους όμως, δεν υπάρχει ούτε λύση στα τεράστια προβλήματά μας...

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Η δαιμονοποίηση της ανταγωνιστικότητας

Ένας από τους λόγους που κάνουν αδύνατη στην Ελλάδα την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων, είναι ότι ο πολιτικός διάλογος γίνεται με συνθήματα που απέχουν από την πραγματικότητα και η ενημέρωση των πολιτών γίνεται με αντίστοιχου επιπέδου καταστροφολογία. Από τη στιγμή που η χώρα χρεοκόπησε, αντί να υπάρξει μια πολιτική αντιπαράθεση με επιχειρήματα σχετικά με το ποιος είναι ο πιο κατάλληλος δρόμος για να ακολουθήσουμε προκειμένου να βγούμε από την κρίση, ο πολιτικός «διάλογος» κατέληξε σε μια ανταλλαγή συνθημάτων, με τον «αντιμνημονιακό» λόγο να αποτελεί τη μοναδική αντιπολιτευτική πρακτική, από το ένα άκρο του πολιτικού φάσματος ως το άλλο.
Είναι χαρακτηριστικό, ακριβώς επειδή τα μνημόνια δεν ήρθαν ως υποδείξεις συγκεκριμένων πολιτικών, αλλά ως συμφωνίες μείωσης των ελλειμμάτων, ότι από την πρώτη στιγμή των συζητήσεων με την τρόικα οι ξένοι τόνιζαν πως η μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους δεν γίνεται μόνο με αύξηση των εσόδων με φόρους και μείωση εξόδων με περιορισμό μισθών και συντάξεων από το δημόσιο, αλλά και με βελτίωση της ανταγωνιστικότητας (ή με ένα συνδυασμό και των δύο, μετά από μελέτη για το κατάλληλο σημείο ισορροπίας). Μόνο που, αντί να  υπάρξει σ' αυτό το σημείο ένας γόνιμος πολιτικός διάλογος με επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα για τον τρόπο βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, το λόγο είχε και πάλι η συνθηματολογία και η λέξη «ανταγωνιστικότητα» συνδέθηκε αμέσως από τους λαϊκιστές με «μείωση μισθών», «εξαθλίωση των εργαζομένων» και άλλα δακρύβρεχτα.
Στις μέρες μας, όμως, η πληροφόρηση για το τί συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο είναι συνεχής και η πραγματική ζωή διαψεύδει γρήγορα και εύκολα όσους αρκούνται σε πολιτικάντικη συνθηματολογία γιατί δεν έχουν ούτε πρόγραμμα, ούτε προτάσεις, ούτε τις ικανότητες για τη δημιουργία προγράμματος. Πριν μερικές μέρες ανακοινώθηκε η φετινή έκθεση παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum όπου, ω του θαύματος, πρώτη στην παγκόσμια λίστα είναι η... Ελβετία και ακολουθούν μέσα στην πρώτη δεκάδα αντίστοιχες χώρες με... μεροκάματα πείνας και... εξαθλιωμένους εργαζόμενους, όπως η Φινλανδία, η Γερμανία, η Σουηδία, η Ολλανδία, η Ιαπωνία κλπ. Γιατί οι μισθοί είναι ένας μόνος παράγοντας που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα και μάλιστα όχι ο πιο σημαντικός, ενώ πολύ μεγαλύτερη σημασία έχουν άλλες παράμετροι, όπως η σταθερότητα του φορολογικού συστήματος, η διαφθορά, η γραφειοκρατία, το επίπεδο εκπαίδευσης του ανθρώπινου δυναμικού, η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών κλπ. κλπ. Γι' αυτό και χώρες με πολύ υψηλό εργατικό κόστος είναι τόσο ανταγωνιστικές και γι' αυτό θα μπορούσε και η Ελλάδα να γίνει ανταγωνιστική χωρίς «μείωση μισθών» και «εξαθλίωση των εργαζομένων», αφού μια σειρά από σημαντικούς παράγοντες που βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα δεν απαιτούν μεγάλα οικονομικά μέσα, αλλά κυρίως πολιτική βούληση. Ενώ αυτή η χώρα έχει επιπλέον και το μεγάλο πλεονέκτημα της ύπαρξης ενός εξαιρετικού ανθρώπινου δυναμικού, με υψηλού επιπέδου εκπαίδευση.
Οι μύθοι των γελοίων εκπροσώπων του λαϊκισμού καταρρέουν εύκολα, λοιπόν, αλλά το κακό είναι ότι κανείς δεν προσπαθεί να βγάλει τους Έλληνες από την άγνοια στην οποία τους έχει βυθίσει η μανία καταδίωξης που τους χαρακτηρίζει. Η πολιτική αντιπαράθεση εξακολουθεί να βασίζεται σε απλή συνθηματολογία, πολύς κόσμος πιστεύει ότι απλά οι κακοί ξένοι «θέλουν το κακό μας», η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας κάτω από χώρες όπως η Καμπότζη, η Μολδαβία και η Ναμίμπια κι εμείς εξακολουθούμε να επιχειρηματολογούμε γύρω από τα «μνημόνια». Γι' αυτό και η κρίση θα μας συντροφεύει για πολλά χρόνια ακόμα, ακόμα κι αν οι ξένοι αποφάσιζαν να μας χαρίσουν το σύνολο του χρέους μας...

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Οι συντεχνίες πάνω απ' όλα!

Ο πολιτικός διάλογος στην Ελλάδα βασίζεται, ως συνήθως, σε λανθασμένη βάση και γι' αυτό δεν θα οδηγήσει πουθενά, γιατί όλοι θέλουν να αγνοούν τις πραγματικές αιτίες της κρίσης. Για να το πω ωμά, σ' αυτήν τη χώρα δεν υπάρχει αυτήν τη στιγμή ελπίδα οριστικής εξόδου από την κρίση και πραγματικής ανάκαμψης της οικονομίας πάνω σε παραγωγικές βάσεις, είτε εφαρμόσουμε το μνημόνιο, όπως προσπαθούν αυτοί που δημιούργησαν την κρίση, είτε αρνηθούμε μονομερώς να το εφαρμόσουμε, όπως προτείνουν οι ψευτοπαλικαράδες τύπου ΣΥΡΙΖΑ, Καμμένου κλπ. Για τον απλούστατο λόγο, ότι ολόκληρη η ζωή αυτής της χώρας βασίζεται πολύ περισσότερο σε μικροσυμφέροντα πάμπολλων συντεχνιών και κοινωνικών ομάδων τα οποία κανείς δεν είναι διατεθειμένος να θίξει, παρά σε κάποια «μεγάλα» συμφέροντα, ελληνικά και ξένα, που διατείνονται κάποιοι ότι μας καταδυναστεύουν και επιδιώκουν την εξαθλίωσή μας. Αυτά τα συντεχνιακά μικροσυμφέροντα μάλιστα, όχι μόνο δεν θίγονται από κανένα, αλλά αποτελούν και τη βάση για τη χάραξη κάθε νέας πολιτικής σε οποιονδήποτε τομέα, σε βάρος φυσικά της υπόλοιπης κοινωνίας.

Το κακό με αυτού του είδους τη μικροπολιτική, είναι ότι αποκλείει σε οποιαδήποτε περίπτωση να πάρεις τις σωστές αποφάσεις προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, γιατί σε μια διαλυμένη χώρα σαν την Ελλάδα όπου τίποτα δεν λειτουργεί αποτελεσματικά, κάθε τέτοια απόφαση εμπεριέχει αναπόφευκτα και κάποιες δυσμενείς αλλαγές για ορισμένες μειοψηφίες που στο παρελθόν απέκτησαν προνόμια για διάφορους λόγους. Κι αυτό δεν εξαρτάται μόνο από την οικονομική συγκυρία (σίγουρα όταν δεν έχεις λεφτά, δεν μπορείς να κάνεις κι όλα όσα θέλεις), αλλά αφορά και θέματα που απαιτούν αποκλειστικά πολιτική βούληση και όχι νέα κονδύλια. Όπως απέδειξε, για παράδειγμα, το πρόσφατο άθλιο αλισβερίσι για το πρόγραμμα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που ξεδιάντροπα ανέδειξε ένα διάλογο βασισμένο όχι στις εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών, αλλά στα συμφέροντα των διαφόρων ειδικοτήτων καθηγητών.

Προσέξτε, μιλάμε εδώ για ένα θέμα που δεν θέτει επί τάπητος νέες οικονομικές απαιτήσεις, γιατί ο συνολικός αριθμός των καθηγητών που απαιτείται είναι συγκεκριμένος και εξαρτάται από τις συνολικές ώρες των μαθημάτων (που δεν μπορούν να αυξηθούν άλλο σ' ένα ήδη φορτωμένο πρόγραμμα) και το συνολικό αριθμό μαθητών και σχολικών αιθουσών. Ενώ, όμως το συνολικό κόστος για τον ίδιο συνολικό αριθμό καθηγητών παραμένει ίδιο, το οικονομικό όφελος για κάθε ειδικότητα καθηγητών διαφέρει, ανάλογα με τις ώρες που διατίθενται για τα μαθήματα της κάθε ειδικότητας. Κι εκεί έγινε σφαγή. Το ελληνικό κράτος, που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί το συμφέρον της ελληνικής κοινωνίας, φυσιολογικά έπρεπε να ορίσει τα διδασκόμενα μαθήματα ανάλογα με τις ανάγκες αυτής της κοινωνίας στη σύγχρονη πραγματικότητα, τις ανάγκες των παιδιών μας για μία εκπαίδευση προσαρμοσμένη στις σημερινές κοινωνικές και οικονομικές συγκυρίες. Αντί γι' αυτό, μπήκε σε μια διαδικασία «διαλόγου» με βάση τα συμφέροντα της μίας ή της άλλης ειδικότητας καθηγητών, που ανησυχούν για τη μείωση των ωρών διδασκαλίας του μαθήματός τους, η οποία μοιραία θα οδηγήσει και στη μείωση της απορροφητικότητας των μελών τους στο δημόσιο! Ταυτόχρονα, αλλάζει ένα πραγματικό άθλιο σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων στα πανεπιστήμια μ' ένα άλλο που, είτε έχει μεγαλύτερο είτε μικρότερο βάρος για τα παιδιά, φροντίζει σίγουρα να εξασφαλίσει δουλειά για τα φροντιστήρια από την πρώτη λυκείου!

Με τέτοια νοοτροπία είναι αδύνατο να λυθεί οποιοδήποτε κοινωνικό ή οικονομικό πρόβλημα. Τα παιδιά δεν είναι «προϊόν» για τους επαγγελματικούς κλάδους των καθηγητών και η εκπαίδευσή τους οφείλει να βασίζεται στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και όχι στις ανάγκες μειοψηφιών. Η εκπαίδευση των παιδιών δεν υπάρχει για να ικανοποιεί την επαγγελματική αποκατάσταση των υποψήφιων καθηγητών, αλλά το αντίθετο, οι καθηγητές υπάρχουν για ικανοποιούν την εκπαίδευση των παιδιών. Και πραγματική οικονομία δεν μπορεί να υπάρχει όσο το κράτος πονηρά δημιουργεί οικονομική αφαίμαξη των πολιτών για μη παραγωγικές δραστηριότητες όπως τα φροντιστήρια. Όσο δημιουργούμε ανύπαρκτες ανάγκες για να βολεύουμε ομάδες και συντεχνίες, παραγωγική οικονομία δεν θα αναπτυχθεί, ακόμα και αν μας χαρίσουν όλα τα χρέη μέχρι δεκάρας...

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Η καλύτερη απάντηση στους ρατσιστές

Για να είναι κανείς ρατσιστής, πρέπει να έχει κάποιο πρόβλημα. Φυσιολογικός άνθρωπος που να θεωρεί ότι κάποιος είναι «κατώτερος» ή «κακός» μόνο και μόνο επειδή έχει γεννηθεί σε άλλη χώρα, ή έχει άλλο χρώμα, ή έχει άλλη θρησκεία, ή τέλος πάντων οτιδήποτε άλλο διαφορετικό, μάλλον δεν υπάρχει. Άλλωστε όλα τα φασιστικά και ρατσιστικά «κινήματα» στην ιστορία δημιούργησαν μηχανισμούς που -εκτός από εκείνους που συμμετείχαν από ίδιο συμφέρον- βασίστηκαν στα πιο αποτυχημένα μέλη της κοινωνίας όπου δραστηριοποιήθηκαν, τα οποία έψαχναν για κάποιο φταίχτη για τη δική τους αποτυχία. Κι επειδή είναι πολύ πιο δύσκολο να τα βάλεις με το σύνολο της κοινωνίας μέσα στην οποία ζεις, είναι πολύ ευκολότερο τα κόμπλεξ που σου δημιουργεί η αποτυχία να τα στρέψεις προς κάτι «ξένο» και να στοχοποιήσεις μέσα στην κοινωνία εκείνους που διαφέρουν.

Γι' αυτό και είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσεις με επιχειρήματα τον ίδιο το ρατσιστή. Όταν έχει μια στάση ζωής και μια ιδεολογία που ξεκινάει από κάτι απολύτως παράλογο, που φτάνει στα όρια της δεισιδαιμονίας, δεν είναι δυνατόν να αλλάξει πεποιθήσεις επειδή θα ακούσει κάποια λογικά επιχειρήματα. Η αντιμετώπισή του γίνεται με την απομόνωση του από τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων με κοινή λογική, που μπορούν να αντιληφθούν τα επιχειρήματα για τον παραλογισμό του ρατσισμού. Ο οποίος δεν εκφράζεται μόνο με υποτίμηση των άλλων, αλλά και με κόμπλεξ ανωτερότητας για το "DNA της φυλής" που είναι ικανή μόνο για μεγάλα πράγματα. Άσχετα αν αυτά τα μεγάλα πράγματα έχουν γίνει μερικές χιλιάδες χρόνια πριν, χωρίς την παραμικρή συμμετοχή αυτών που διεκδικούν την ιδιοκτησία τους, οι οποίοι μάλιστα συχνά είναι υπεύθυνοι για ιδέες και πράξεις εντελώς αντίθετες με τη νοοτροπία και τις πεποιθήσεις των προγόνων για τους οποίους υποτίθεται πως είναι περήφανοι!

Η γελοιότητα της ιδεολογίας των ρατσιστών είναι προφανής, πολύ περισσότερο δε, αφού κανένας απ' αυτούς δεν έχει κάνει... τεστ DNA που να αποδεικνύει την καταγωγή του και την άμεση σύνδεσή του σε ευθεία γραμμή με τους περίφημους προγόνους που κάνουν εμάς τόσο ανώτερους από τους άλλους. Υποθέτουν δηλαδή ότι είναι κληρονόμοι εκείνων, μόνο και μόνο επειδή γνωρίζουν ότι οι ίδιοι, οι γονείς και οι παππούδες τους (ίσως και μια-δυο γενιές ακόμα πιο πριν) έχουν γεννηθεί εδώ και μιλούν ελληνικά! Αυτό το DNA που υποθέτουν ότι έχουν, τους κάνει ανώτερους (ακόμα κι αν είναι βλάκες και αγράμματοι) κι από εκεί και πέρα, οι άλλοι είναι «υπάνθρωποι», «μαϊμούδες», «βιαστές και δολοφόνοι», «συνωμότες» και ό,τι άλλο μπορεί να σκεφτεί ο διεστραμμένος νους τους.

Μερικές φορές η ζωή όμως τα φέρνει έτσι, που διαψεύδει από μόνη της τις θεωρίες των κομπλεξικών. Η περίπτωση του νεαρού μπασκετμπολίστα, γιου μεταναστών αλλά μέλους της εθνικής νέων, που πρόσφατα έκανε το μεγάλο βήμα στην καριέρα του με ένα τεράστιο συμβόλαιο στην Αμερική, είναι πολύ χαρακτηριστική των πραγματικών ιδιοτήτων που κάνουν κάποιον να αισθάνεται και τελικά να είναι Έλληνας, Άγγλος, Γάλλος, Πορτογάλος ή οτιδήποτε άλλο. Η γέννηση στην Ελλάδα και η ολοκλήρωση της εκπαίδευσης εδώ είναι φυσικά μια πολύ καλή βάση για τη θεμελίωση της «ελληνικότητας» ενός ατόμου. Αλλά υπάρχουν και θέματα νοοτροπίας, που αποδεικνύουν ότι κάποιος είναι «σαν εμάς», παρά το διαφορετικό χρώμα του, πολύ περισσότερο από κάποιους που έχουν το ίδιο χρώμα με εμάς αλλά μας κάνουν να ντρεπόμαστε που έχουν και το ίδιο διαβατήριο! Γιατί είναι χαρακτηριστικό ελληνικής συνείδησης να σου ανακοινώνουν ότι ξεφεύγεις για πάντα από τη φτώχεια και θα βγάζεις από εδώ και πέρα εκατομμύρια κι εσύ να πανηγυρίζεις με τον αδελφό σου ανεμίζοντας την ελληνική σημαία, αν και γνωρίζεις ότι την Ελλάδα δεν την έχεις πια καθόλου ανάγκη! Είναι χαρακτηριστικό ελληνικής συνείδησης, να αλλάζει τόσο πολύ η ζωή σου, να ξέρεις ότι θα γίνεις πλούσιος κι ότι θα φύγεις από τη χώρα όπου μεγάλωσες κι αντί να τα μαζεύεις και να φεύγεις, να λες «σημασία έχει τώρα η εθνική ομάδα» και να επιστρέφεις για να παίξεις εκεί που σε χρειάζεται η πατρίδα που εσύ έχεις διαλέξει και να στηρίξεις τους συμπαίκτες και φίλους που βασίζονται και σε σένα για μία διάκριση! Είναι χαρακτηριστικό νοοτροπίας ελληνικής οικογένειας να ακούς τους γονείς, φτωχούς μετανάστες που μεγάλωσαν με θυσίες τα παιδιά τους εδώ, αλλά τα προέτρεψαν να πάνε σχολείο, να λένε υπερήφανοι «ήξερα ότι θα τα καταφέρει στη ζωή του, όχι επειδή παίζει καλά μπάσκετ, αλλά επειδή απέκτησε παιδεία»! Είναι χαρακτηριστικό ελληνικής συνείδησης να ξέρεις ότι σε ελάχιστα χρόνια θα μπορείς αν θέλεις να αποκτήσεις το διαβατήριο της ισχυρότερης χώρας του κόσμου κι εσύ να επιδεικνύεις με καμάρι το ελληνικό και να εκφράζεις το παράπονο ότι άργησες να το πάρεις, παρ' όλο που τώρα πια δεν το χρειάζεσαι. Δυστυχώς για τους φασίστες και τους ρατσιστές κι ευτυχώς για όλους εμάς τους υπόλοιπους, Έλληνας δεν γεννιέσαι, γίνεσαι!

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη

Παρακολουθώντας τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες εβδομάδες στην Ελλάδα, καταλήγει κανείς στο θλιβερό συμπέρασμα ότι βαδίζουμε προς μία ακόμα καταστροφή από αυτές που οι Έλληνες έχουν ζήσει πολλές φορές στη διάρκεια των αιώνων της ελληνικής ιστορίας. Και η μοναδική ελπίδα να αποφύγουμε τον βέβαιο πνιγμό, είναι να μας συγκρατήσει στην επιφάνεια η Ευρωπαϊκή Ένωση, επειδή ίσως να μη τη συμφέρει να αφήσει να καταρρεύσει μία χώρα μέλος της. Το βασικό φαινόμενο, πάντως, που συνόδεψε όλες τις προηγούμενες καταστροφές του ελληνισμού έχει κάνει πάλι την εμφάνισή του. Πρόκειται για τη φυγή προς το εξωτερικό της ελληνικής ελίτ, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεκάδων χιλιάδων μορφωμένων και ικανών νέων που η ελληνική κοινωνία ξόδεψε εκατομμύρια για να σπουδάσουν. Χωρίς αυτούς, με τις μετριότητες, τους κομματικούς παρατρεχάμενους και τους ελάχιστους ικανούς που για διάφορους λόγους είναι παγιδευμένοι εδώ και δεν μπορούν να φύγουν, αναρωτιέται κανείς ποιος ακριβώς θα συμβάλλει στην ανόρθωση της Ελλάδας όταν και αν υπάρξει οικονομική ανάκαμψη.

Το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας είναι ότι αναγκαστήκαμε να αναθέσουμε τη διάσωσή της σ' αυτούς που την έφεραν σ' αυτό το χάλι και που δεν έχουν καν τις ικανότητες για τόσο δύσκολες αποστολές γιατί δεν είναι παρά μετριότητες και, από την άλλη πλευρά, η εναλλακτική λύση, η σημερινή αντιπολίτευση, είναι ακόμα χειρότερες μετριότητες, αδίστακτοι πολιτικοί τυχοδιώκτες που δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή αν καταστραφεί εντελώς η χώρα προκειμένου να έρθουν στην εξουσία. Δεν έχουν σημασία οι πολιτικές τους κατευθύνσεις, άλλωστε και στις δύο πλευρές -κυβερνητική και αντιπολιτευτική- υπάρχει πολυχρωμία και, σε τελική ανάλυση, όταν προσπαθήσεις να σβήσεις τη φωτιά στο σπίτι σου, λίγο σε ενδιαφέρει τί ρούχα φοράνε αυτοί που τη σβήνουν. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία πρόκειται για κρατικοδίαιτους επαγγελματίες της πολιτικής και του συνδικαλισμού, με ανεπαρκή παιδεία και ανύπαρκτες ικανότητες, που γνωρίζουν ότι μόνο στη «δημόσια ζωή» έχουν μέλλον, γιατί αν βρίσκονταν έξω απ' αυτή δεν θα είχαν στον ήλιο μοίρα.

Με τον ίδιο άθλιο οπορτουνιστικό τρόπο με τον οποίο ασκούσαν πολιτική επί δεκαετίες, με συνεχείς αντιφάσεις και παλινδρομήσεις, υποστηρίζοντας τώρα αυτά που απέρριπταν παλιότερα και απορρίπτοντας τώρα αυτά που υποστήριζαν, προσπαθούν όλοι -είτε ασκώντας εξουσία, είτε αντιπολίτευση- όχι να σπρώξουν τη χώρα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά να προσεταιριστούν τους πιο αφελείς και εύπιστους (και υπάρχουν πολλοί στην Ελλάδα!), προκειμένου να εξασφαλίσουν ψήφους. Γνωρίζουν άλλωστε ότι οι Έλληνες, συναισθηματικοί σε βαθμό παραλογισμού, μπορούν μέσα στην αγανάκτησή τους να ψηφίζουν ότι να 'ναι και να πιστέψουν ότι να 'ναι, φτάνοντας στο σημείο να δώσουν εκατοντάδες χιλιάδες ψήφους στην άθλια εγκληματική -και τελικά ανθελληνική- συμμορία των νεοναζί, που δεν διστάζουν να παραδέχονται πλέον δημόσια ότι αρθρογραφούσαν υπέρ του Χίτλερ ή να αρνούνται το ολοκαύτωμα!

Ακόμα κι όταν καταρρέουν τα παραμύθια, περί «επενδυτικών ευκαιριών» που προβάλλουν οι μεν ότι προσφέρει η Ελλάδα ή «περί ξεπουλήματος» που υποστηρίζουν οι δε ότι επιδιώκεται, και αποδεικνύεται ότι ελάχιστοι είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν σ' αυτήν την αλλοπρόσαλλη χώρα, ανακαλύπτουν χίλιες δικαιολογίες για να μας πείσουν ότι είχαν δίκιο, τη στιγμή που γνωρίζουν ότι και οι δύο πλευρές μας λένε... μπαρούφες! Υποψήφιοι επενδυτές αδιαφορούν για τα προσφερόμενα δήθεν «φιλέτα», δεν αγοράζουν ούτε καν ακίνητα που κάθονται απούλητα και ρημάζουν, με τιμές που πλησιάζουν στο μηδέν. Και από τη μία πλευρά μας λένε ότι θα βρουν καλύτερους επενδυτές κι από την άλλη κατηγορούν για ανικανότητα αυτούς που πριν κατηγορούσαν για ξεπούλημα, αφού πρώτα έχουν κάνει κάθε προσπάθεια για να τορπιλίσουν και την παραμικρή συμφωνία!

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα  αυτής της παρανοϊκής κατάστασης στην οποία μας έχουν οδηγήσει οι πολιτικές συμμορίες που λυμαίνονται την Ελλάδα, είναι οι εξελίξεις στην ΕΡΤ. Από τη μία έχουμε μία κυβέρνηση που υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατόν να εξακολουθούν να λειτουργούν με τεράστια ελλείμματα σε μια χρεοκοπημένη χώρα δημόσιοι οργανισμοί, όταν δεν έχουμε λεφτά για φάρμακα και συντάξεις κι ότι στην ΕΡΤ υπήρχε ένα όργιο σπατάλης, ρεμούλας, πελατειακών σχέσεων και αναξιοκρατίας. Αυτή ή ίδια όμως κυβέρνηση (οι συμμετέχοντες στην οποία ήταν υπεύθυνοι επί δεκαετίες γι' αυτήν την κατάσταση) εξακολουθούσε μέχρι σήμερα ακριβώς την πολιτική που καταγγέλλει! Είναι δυνατόν να προσπαθούν να μας πείσουν ότι έβαλαν το... Λιάτσο γενικό διευθυντή στην ΕΡΤ για να την εξυγιάνουν ή ότι το... όραμα που είχαν για ποιοτική, αξιοκρατική και λιγότερο σπάταλη τηλεόραση θα το υλοποιούσαν προωθώντας ατάλαντες μετριότητες με «μπάρμπα στην Κορώνη» σαν τη Σαλαγκούδη; Κι από την άλλη πλευρά, αυτοί που τώρα ξεσηκώθηκαν και απειλούν με πανελλαδικές απεργίες και ανένδοτους αγώνες δεν είναι οι ίδιοι που έβριζαν την ΕΡΤ ως κομματική; Κι αφού τους έπιασε τώρα ο πόνος για τους εργαζόμενους, πού ήταν όλοι αυτοί όταν έκλεινε το Alter κι έμεναν στο δρόμο 800 άνθρωποι; Πού ήταν όταν έκλεινε η Ελευθεροτυπία, αφήνοντας στο δρόμο εκατοντάδες άλλους; Πού ήταν όταν έκλεινε η ΙΜΑΚΟ και έμεναν στη ψάθα οι εργαζόμενοι στα περιοδικά της; Πού ήταν όταν έκλειναν οι εκδόσεις Λυμπέρη; Πού ήταν όταν έκλειναν ένα σωρό περιοδικά, ραδιόφωνα και εφημερίδες; Αλλά βέβαια, όλα αυτά ήταν ιδιωτικά. Ενώ κλείνοντας η ΕΡΤ (που δεν κλείνει, αλλά συρρικνώνεται), κλείνει και η διέξοδος για πρόσληψη διαφόρων ημετέρων σε σίγουρη θέση, με λεφτά που πληρώνουν τα κορόιδα οι φορολογούμενοι. Για τους άλλους άνεργους των ΜΜΕ δεν χρειαζόταν πανελλαδική απεργία σε όλα τα μέσα και ανένδοτος αγώνας. Για το μαγαζί του βολέματος επιβάλλεται...

Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Και ξαφνικά προέκυψαν οι γερμανικές αποζημιώσεις

Ξαφνικά τον τελευταίο μήνα μας προέκυψε το θέμα των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων. Και λέμε «ξαφνικά», γιατί μπορεί κάποιοι να το ανακινούσαν κάθε τόσο τα τελευταία χρόνια, με τον γραφικό τρόπο που προσδιορίζεται από πατριωτικές κορώνες, λίγη αντιφασιστική κλάψα (για να γίνεται πιο «προοδευτικό» το αίτημα, λες και αν σ' ένα πόλεμο μας είχε καταστρέψει μη φασιστική χώρα δεν θα είχαμε το ίδιο δικαίωμα για αποζημιώσεις!), αριθμητικές υπερβολές χωρίς καμία τεκμηρίωση (άλλωστε στην Ελλάδα ποτέ δεν τα πηγαίναμε καλά με τους αριθμούς) και πολιτικές αντιπαραθέσεις γεμάτες λαϊκισμό και κακοπιστία, αλλά αυτό δεν ήταν κάτι που το έπαιρνε κανείς στα σοβαρά.

Τώρα τα πράγματα δείχνουν διαφορετικά. Ξαφνικά το κράτος, που τόσα χρόνια κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου, ανέθεσε στις υπηρεσίες του τη νομική διερεύνηση του θέματος (το πρώτο ουσιαστικό βήμα που κάνει όποιος θέλει στα σοβαρά να διεκδικήσει κάτι κι όχι απλώς να φωνάζει για να δημιουργήσει εντυπώσεις). Ξαφνικά βλέπουμε να συζητείται το θέμα στην Βουλή, σε πολύ ήρεμους τόνους και σε κλίμα συναίνεσης και βλέπουμε τον υπουργό Εξωτερικών να διαβεβαιώνει ότι το θέμα προχωρεί σαν να ήταν πάντα επίκαιρο και απλώς να είχαν καθυστερήσει κάποιες διαδικασίες (που δεν ήταν φυσικά έτσι, απλώς το είχαμε παραπέμψει στις ελληνικές καλένδες με τον απαράμιλλο ελληνικό τρόπο κωλυσιεργίας, που δεν έχει ταίρι παγκοσμίως). Ξαφνικά βλέπουμε να διαχωρίζονται οι πιθανές απαιτήσεις (αναγκαστικό δάνειο, αποζημιώσεις για καταστροφές κλπ.), ανάλογα με το είδος τους και τον τρόπο διεκδίκησης (άλλο ουσιαστικό βήμα που κάνει όποιος θέλει στα σοβαρά να διεκδικήσει κάτι και που δεν είχε γίνει ποτέ ως τώρα ουσιαστικά).

Ας πούμε, όμως, ότι αυτό είναι μια δική μας προσπάθεια διεξόδου από τα οικονομικά αδιέξοδα, πίεσης προς τη Γερμανία και διοχέτευσης του θυμού των Ελλήνων προς τα έξω. Το περίεργο (που επίσης δικαιολογεί το «ξαφνικά») είναι ότι το θέμα άρχισε να συζητιέται και στη Γερμανία! Εκεί που κανείς δεν ασχολιόταν, τώρα βλέπουμε αρνητικές δηλώσεις μεν από τον Σόιμπλε (αυτό έλειπε να μη αντιδρά αρνητικά ο υπουργός Οικονομικών μιας χώρας που της ζητούν να πληρώσει κάτι... δισεκατομμύρια, τη στιγμή που βαδίζει προς εκλογές!), αλλά και άρθρα για το θέμα στο γερμανικό Τύπο, δηλώσεις άλλων πολιτικών κλπ., λες και κάποιος προετοιμάζει την κοινή γνώμη για κάποια εξέλιξη.

Επειδή τίποτα σ' αυτή τη ζωή δεν είναι τυχαίο, επιτρέψτε μου μία πρόβλεψη, στην οποία οδηγεί η κοινή λογική. Στην Ευρώπη σκέπτονται ότι, παρά το «κούρεμα» του χρέους, με τα χάλια που έχουμε και την πολιτική αστάθεια που δημιουργεί η κρίση, φέρνοντας στο προσκήνιο καραγκιόζηδες και νεοναζί αντί για σοβαρές εναλλακτικές πολιτικές δυνάμεις, μάλλον χρειάζεται κι άλλη μείωση για να τα βγάλουμε πέρα, από τη στιγμή μάλιστα που ήπιαμε το πικρό ποτήρι κι επιτέλους εφαρμόζουμε κάποια από τα συμφωνηθέντα. Το θέμα είναι ότι ένα νέο κούρεμα δεν θα αφορά λεφτά των τραπεζών, αλλά κρατικά λεφτά, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων θα πρέπει να πληρώσουν οι Γερμανοί, ενώ ορισμένες άλλες χώρες δεν μπορούν να μας χαρίσουν ούτε ευρώ από το δικό τους μερίδιο, γιατί έχουν αντίστοιχα χάλια με εμάς και θα ξεσηκωθούν και οι πέτρες εκεί αν πουν ότι χαρίζουν λεφτά στην Ελλάδα.

Δεύτερον, στην Ευρώπη δεν θέλουν να χαρίσουν επίσημα μέρος του χρέους στην Ελλάδα, γιατί τότε θα ζητήσουν το ίδιο και οι άλλες χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα στήριξης με μνημόνια κλπ., ανεβάζοντας ίσως το ποσό που απαιτείται γι' αυτό σε επίπεδα που είναι αμφίβολο αν μπορεί να αντέξει η γερμανική κυβέρνηση χωρίς να ξεσηκωθούν οι Γερμανοί. Αφήστε που δεν μας έχουν και καμία εμπιστοσύνη ότι αν μας πουν «σας χαρίζουμε ακόμα ένα μέρος του χρέους», δεν θ' αρχίσουμε την κωλυσιεργία στην εφαρμογή των μέτρων που πραγματικά απαιτούνται για τον εκσυγχρονισμό της χώρας, όπως έκαναν οι αλήστου μνήμης Αλογοσκούφηδες, Παπακωνσταντίνου, Κατσέλες κλπ., και δεν θ' αρχίσουμε να διορίζουμε ξανά ένα σωρό κόσμο στο δημόσιο.

Υπάρχει, λοιπόν, ένας φαύλος κύκλος και πρέπει να βρεθεί κάποιος τρόπος να μας χαρίσουν μέρος του χρέους χωρίς να φανεί ότι μας το χαρίζουν. Έτσι ώστε καμία άλλη χώρα να μη ζητήσει κάτι τέτοιο, αλλά και να μη αναγκαστούν όλες οι χώρες που μας δάνεισαν να δώσουν χρήματα. Και ποιος είναι αυτός ο τρόπος; Μα, οι πολεμικές επανορθώσεις, ίσως ούτε καν όλες αλλά το αναγκαστικό δάνειο (γι' αυτό και ξεκίνησε ο διαχωρισμός τους από ελληνικής πλευράς). Οι Γερμανοί θα πουν στο λαό τους «τί να κάνουμε, τους χρωστάμε, πρέπει να τα δώσουμε πίσω» (ίσως και μετά από κάποια απόφαση διεθνούς διαιτησίας), εμείς θα παραστήσουμε τους εθνικά υπερήφανους που δεν απεμπολούν τα απαράγραπτα δικαιώματά τους, οι άλλες χώρες θα πουν, «αυτό είναι ένα θέμα ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία», θα συμψηφίσουμε ένα μέρος του δικού μας χρέους προς τη Γερμανία με το πολεμικό χρέος των Γερμανών προς εμάς και όλοι θα είναι ευχαριστημένοι; Μήπως το έχουν συζητήσει κιόλας μεταξύ τους και περιμένουν κάποια χρονική στιγμή ανάμεσα στις γερμανικές και τις επόμενες ελληνικές εκλογές για να το προχωρήσουν; Μήπως;

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Η αλήθεια για την Κύπρο

Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπιζόταν στην Ελλάδα η κρίση στη Κύπρο, θα αναδείκνυε τη γνωστή υστερία που μας χαρακτηρίζει, την καταστροφολαγνεία που εκπέμπουν τα τηλεοπτικά κανάλια και την αμετροέπεια των πολιτικών, που λένε ότι νά 'ναι γιατί ξέρουν ότι οι Έλληνες ξεχνούν πολύ γρήγορα. Είναι όμως ν' απορεί κανείς με την επιλεκτική αμνησία που εμφανίζεται σ' αυτήν τη χώρα και με την προσπάθεια όσων θεωρούν ότι αντιπολίτευση σημαίνει άρνηση ακόμα της λογικής και διαστρέβλωση της πραγματικότητας, να αναδείξουν τον παραλογισμό τους με επιχειρήματα που βρίσκονται στην αντίθετη κατεύθυνση από τα ελληνικά συμφέροντα.

Απορίες προκαλεί πρώτα απ' όλα η υστερία με το κούρεμα των καταθέσεων άνω των 100.000 ευρώ στην Κύπρο και η προσπάθεια να αναδειχθεί από μερικούς ως κάτι το αδιανόητο, που αποκαλύπτει «κρυφά σχέδια» τα οποία παρέμενα μέχρι τώρα στη αφάνεια. Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν επανειλημμένως διακηρύξει ότι είναι προστατευμένες οι καταθέσεις ΜΕΧΡΙ 100.000 ευρώ. Σε απλά ελληνικά (και σε κάθε άλλη γλώσσα αυτού του πλανήτη) αυτό σημαίνει πως οι καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ ΔΕΝ είναι εγγυημένες. Το ότι αυτό δεν είχε συμβεί μέχρι τώρα σε ευρωπαϊκή χώρα δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, γιατί δεν είναι κι ένα μέτρο που παίρνεις ανά πάσα στιγμή, αλλά όταν οι συνθήκες δεν επιτρέπουν κάτι καλύτερο (ή, αν προτιμάτε, κάτι λιγότερο κακό, γιατί μια χρεοκοπία πάντα συνεπάγεται κάτι κακό). Η μη εγγύηση των καταθέσεων άνω των 100.000 ευρώ (πολύ υψηλότερων στην ουσία, γιατί είναι 100.000 ευρώ ανά τράπεζα και ανά άτομο) σημαίνει ότι μπορούν κάτω από ορισμένες συνθήκες να απομειωθούν κι αυτό ακριβώς συνέβη. Πολύ κακό, αλλά όχι για να πέφτουμε και από τα σύννεφα.

Γιατί στην Κύπρο συνδυάζονταν όλες αυτές οι συνθήκες που θα δικαιολογούσαν κάτι τέτοιο. Κατ' αρχάς τράπεζες έχουν χρεοκοπήσει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, διασώθηκαν όμως από τις χώρες τους και οι καταθέτες δεν έχασαν τα λεφτά τους. Με τα θηριώδη μεγέθη στα οποία είχαν εξελιχθεί οι κυπριακές τράπεζες, χωρίς μάλιστα αντίστοιχες εξασφαλίσεις, πολύ απλά η κυπριακή κυβέρνηση δεν είχε τα οικονομικά μέσα για να τις σώσει και να εξασφαλίσει όλες τις καταθέσεις, όπως έκαναν άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Κι αυτό δεν έχει σχέση ούτε με το ευρώ ούτε με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην πραγματικότητα μάλιστα η κατάσταση θα ήταν πολύ χειρότερη εκτός ευρώ, γιατί αν οι ξένοι καταθέτες είχαν καταθέσεις σε ξένο συνάλλαγμα, όπως είναι απολύτως λογικό, η αναπόφευκτη υποτίμηση της κυπριακής λίρας θα έκανε ακόμα δυσκολότερη τη διάσωση των τραπεζών και την εξασφάλιση των καταθέσεων. Εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν το συζητάμε, τα 10 δις ευρώ που θα δοθούν από την ΕΕ για την αντιμετώπιση του προβλήματος θα έπρεπε να τα βρει η κυπριακή κυβέρνηση από αλλού, δηλαδή από ...πουθενά!

Ακόμα πιο εξοργιστικό όμως, κάτι που δείχνει και την αθλιότητα στην οποία έχει φτάσει ο λαϊκισμός στην Ελλάδα, είναι το γεγονός ότι αυτοί που φωνάζουν περισσότερο, είναι εκείνοι που έλεγαν πόσο... μάγκες είναι οι Ισλανδοί, που άφησαν τις τράπεζές τους να χρεοκοπήσουν και τους ξένους καταθέτες να χάσουν όλα τα λεφτά τους (μόνον έτσι έγινε δυνατή η εξασφάλιση του συνόλου των καταθέσεων των Ισλανδών πολιτών, κάτι που θα μπορούσε να γίνει και στην Κύπρο, αν «κουρευόταν» το σύνολο των καταθέσεων των εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης καταθετών)! Οι ίδιοι άνθρωποι μας λένε τώρα, ότι στην Κύπρο κακώς δεν προστατεύτηκαν οι ξένοι καταθέτες για τα άνω των 100.000 ποσά κι ότι θα έπρεπε οι Ευρωπαίοι να κόψουν το λαιμό τους και βρουν όσα δις χρειάζονταν για να εξασφαλιστούν οι καταθέσεις των Ρώσων. Ταυτόχρονα -άλλη αντίφαση, που μας οδηγεί πλέον στα μονοπάτια της ψυχιατρικής- οι ίδιοι πανηγύριζαν για την άρνηση της κυπριακής Βουλής να αποδεχθεί την αρχική πρόταση Αναστασιάδη (που ξετσίπωτα κάποιοι ψεύτες προσπάθησαν να μας πείσουν ότι ήταν ευρωπαϊκή πρόταση) για μικρό κούρεμα και των μικρότερων καταθέσεων, που θα μπορούσε να περιορίσει σε λογικά επίπεδα των κούρεμα των μεγάλων, το οποίο εκ των υστέρων μας λένε τώρα ότι θα κάνει κακό στην Κύπρο! Τότε γιατί δεν υποστήριζαν την αρχική πρόταση, που απλώς θα στερούσε όλους τους καταθέτες, μικρούς και μεγάλους, από ποσά που θα ήταν λιγότερα από τους τόκους δύο ετών;

Όσο για το επιχείρημα περί Λουξεμβούργου και άλλων χωρών (ακόμα και της Ελβετίας, η οποία δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση!) με «φουσκωμένο» τραπεζικό τομέα, για τις οποίες «δεν μιλάει κανείς», ξεπερνάει και τα όρια της γελοιότητας. Πρώτον, δεν μιλάει κανείς γιατί δεν χρεοκόπησαν αυτές οι τράπεζες, ούτε ζήτησαν διάσωση από της ΕΕ οι χώρες στις οποίες βρίσκονται. Δεύτερον, οι περισσότερες απ' αυτές ανήκουν σε μεγάλους ξένους ομίλους, άρα έχουν πολύ μεγαλύτερη κεφαλαιακή βάση και εξασφαλίσεις. Τρίτον, αυτές οι τράπεζες δεν δίνουν εξωφρενικά επιτόκια όπως οι κυπριακές, οπότε δεν χρειάζεται μετά να κάνουν επενδύσεις με υψηλές αποδόσεις αλλά μεγάλο ρίσκο για να ισοσκελίζουν τους τόκους που δίνουν, άρα κινδυνεύουν πολύ λιγότερο να χρεοκοπήσουν. Το πιο παλαβό, όμως, είναι ότι όλοι αυτοί οι κύριοι που θρηνούν στην Ελλάδα για τις κυπριακές τράπεζες, ξεχνούν ότι ο τρόπος λειτουργίας τους ήταν πρώτα απ' όλα αντίθετος με τα ελληνικά συμφέροντα. Γιατί σε αυτές κατευθύνθηκε μεγάλο μέρος των ελληνικών καταθέσεων που έφυγε από τις ελληνικές τράπεζες την περίοδο της εκλογικής αβεβαιότητας, αλλά και χρήματα Ελλήνων που απλώς ήθελαν να επωφεληθούν από τις τζογαδόρικες αποδόσεις που έδιναν οι κυπριακές τράπεζες. Θα μπορούσαν να μας εξηγήσουν γιατί ακριβώς θα έπρεπε να κλάψουμε τώρα που αποδείχθηκε ότι ο τζόγος έχει ρίσκο;

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Για την υποβάθμιση της παιδείας

Ο διαχωρισμός των διαφόρων χωρών του πλανήτη σε αναπτυγμένες και μη, γίνεται με οικονομικά κριτήρια, υπάρχει όμως κι ένας άλλος διαχωρισμός που μπορεί να γίνει, με πολιτικά κριτήρια, σχετικά με τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, την ισότητα των δύο φύλων, την ανοχή της κοινωνίας στο διαφορετικό, την ανεξιθρησκία κλπ. Σ' αυτόν το διαχωρισμό δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι όλες οι οικονομικά αναπτυγμένες χώρες βρίσκονται στην ίδια ακριβώς κατάσταση. Στην πολιτική ανάπτυξη παίζει σημαντικό ρόλο και η παιδεία κι αυτή δεν είναι αντίστοιχου επιπέδου σε όλες τις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες. Γιατί οι μορφωμένοι άνθρωποι που χρειάζεσαι για να κινήσουν μια οικονομία μπορούν τελικά να είναι ακόμα και... εισαγόμενοι, αλλά για να έχεις υψηλού επιπέδου κοινωνική ανάπτυξη και πολιτικό πολιτισμό χρειάζεται υψηλού επιπέδου παιδεία για όλο τον πληθυσμό, εγχώριο ή εισαγόμενο. Φυσικά η πολιτική ανάπτυξη συνεπάγεται πάντα και οικονομική ανάπτυξη, γιατί ένας μορφωμένος λαός έχει και υψηλές απαιτήσεις, και μεγαλύτερες ικανότητες για να τις ικανοποιήσει.

Το κακό για τις κυβερνήσεις είναι ότι ένα πληθυσμό με υψηλό επίπεδο μόρφωσης δεν τον ελέγχουν εύκολα. Πρέπει να τον πείθουν για τις επιλογές τους με σοβαρότητα και επιχειρήματα, ο λαϊκισμός δεν έχει την ίδια αποδοχή όσο σ' ένα πληθυσμό χαμηλής παιδείας, τα ψέματα γίνονται πιο γρήγορα αντιληπτά, οι διεκδικήσεις είναι μεν λιγότερο παράλογες και παρορμητικές, αλλά και πολύ πιο τεκμηριωμένες και πιεστικές κλπ. Και γι' αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι στην Ελλάδα υπάρχει εδώ και δεκαετίες μία σταθερή προσπάθεια υποβάθμισης της παιδείας, και από τα κόμματα που ασκούσαν εξουσία και από εκείνα της αντιπολίτευσης. Γιατί η παροχή υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης, ακόμα και πέρα από τις απαιτήσεις της οικονομίας για συγκεκριμένο αριθμό πτυχιούχων, αποτελεί παραδοσιακά μία από τις προτεραιότητες της ελληνικής οικογένειας. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη απειλή για τους πολιτικάντηδες όλων των παρατάξεων, που γνωρίζουν ότι η μετριότητά τους δύσκολα αντέχει σε κριτική αντιμετώπιση από ένα μορφωμένο πληθυσμό.

Οι κόντρες, λοιπόν που γίνονται τα τελευταία χρόνια γύρω από τα κάθε είδους σχέδια για αλλαγές στην ανώτατη παιδεία, για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, για συγχώνευση, κατάργηση ή ίδρυση σχολών κλπ., ξεπερνούν την κλασική πολιτική αντιπαράθεση και κρύβουν άλλες προθέσεις. Γι' αυτό και δημιουργούν τεράστιες αντιθέσεις ακόμα και μέσα στα ίδια τα κόμματα που τις προτείνουν, αλλά και συγκλίσεις ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικών ιδεολογικών καταβολών. Υπάρχουν άνθρωποι καλών προθέσεων, που αντιλαμβάνονται πόσο σημαντική είναι για την Ελλάδα μια αναβαθμισμένη παιδεία και προσπαθούν -περισσότερο η λιγότερο πετυχημένα και οργανωμένα αλλά πάντως προσπαθούν- να κάνουν αλλαγές προς αυτήν την κατεύθυνση. Και υπάρχουν άλλοι που αντιλαμβάνονται ότι αυτό θα τους αφαιρέσει το έλεγχο και προσπαθούν την επιθυμία της ελληνικής οικογένειας για εκπαίδευση των παιδιών της, να την ισορροπήσουν με υποβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, έτσι ώστε αυτή να βγάζει ημιμαθείς πτυχιούχους, εύκολη λεία για τις κομματικές νεολαίες και τους στρατούς των κρατικοδίαιτων στελεχών.

Πριν από πολλά χρόνια ένα από τα πιο επαναστατικά συνθήματα που επινόησε ποτέ το ΚΚΕ ήταν το «πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα», με πρακτική εφαρμογή μάλιστα, αφού και η «γραμμή» που είχε δοθεί στους νεολαίους του κόμματος στα πανεπιστήμια ήταν πράγματι να προσπαθούν να διακρίνονται στις σπουδές που έκαναν. Μια επιλογή πολύ σωστή βεβαίως, αφού οι μορφωμένοι άνθρωποι είναι προφανές ότι θα γίνονται και πιο ικανά πολιτικά στελέχη κι όταν χρειαστεί να υπηρετήσουν τη χώρα θα είναι πολύ πιο αποτελεσματικοί. Το σύνθημα φυσικά εγκαταλείφθηκε πολύ σύντομα, για να καταλήξουμε στους «αγώνες» ενάντια στην «εντατικοποίηση των σπουδών». Γιατί οι αμόρφωτες μετριότητες που είχαν το πάνω χέρι στο κόμμα, αντιλήφθηκαν ότι οι μορφωμένοι θα έθεταν σε κίνδυνο τη δική τους εξουσία, θα είχαν και άποψη, θα τους έκριναν αυστηρότερα και τελικά θα τους έκαναν στην άκρη. Αντίστοιχη ήταν η αντιμετώπιση από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος, με τα δύο κυβερνητικά κόμματα να καταντούν τα σχολεία κέντρα παροχής πελατείας για τα φροντιστήρια και τα πανεπιστήμια κέντρα παροχής πελατείας για τα σουβλατζίδικα και τους ιδιοκτήτες ακινήτων σε κάθε ελληνική κωμόπολη. Ενώ η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση, το κόμμα που κάποτε αγκάλιαζαν όλοι οι διανοούμενοι, κατέληξε με ηγέτη ένα προϊόν αυτής ακριβώς της υποβαθμισμένης παιδείας, έναν ημιμαθή που ανδρώθηκε πολιτικά μέσα από τις καταλήψεις και την παρεμπόδιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Για το τσίρκο του Καμμένου και τους ναζί της ΧΑ, δεν χρειάζεται να αναφέρουμε τίποτα. Ως υποπροϊόντα της πολιτικής, επιθυμούν και προωθούν εξ ορισμού τα υποπροϊόντα της παιδείας. Οι «αρχαίοι ημών πρόγονοι» θα έφριτταν αν έβλεπαν τη σημερινή κατάντια μας...

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Τί είπε ο κ. Τόμσεν

Η αξιοπιστία των ελληνικών μέσων ενημέρωσης δεν είναι και η καλύτερη στον κόσμο. Ιδιαίτερα αυτή που προέρχεται από τα τηλεοπτικά κανάλια είναι ένα μίγμα σοφιστείας και λαϊκισμού, που μαζί με την αίσθηση «ριάλιτι σόου» που δημιουργούν τα πολλαπλά «παράθυρα», οδηγεί σε κάτι που μοιάζει περισσότερο με τηλεπαιχνίδι του τύπου «βρείτε ποιος λέει την αλήθεια» ή «βρείτε ποια είναι η αλήθεια», παρά σε δελτία έγκυρων ειδήσεων. Αλλά και στο χώρο των εντύπων, έχουμε φτάσει στο σημείο να πουλάνε οι περισσότερες εφημερίδες με βάση τα κουπόνια των σούπερ μάρκετ που προσφέρουν, την επιλογή φτηνής ψυχαγωγίας με DVD κάθε είδους και με κληρώσεις χιλιάδων ευρώ, τύπου «εθνικό λαχείο». Οπότε, το ενημερωτικό περιεχόμενό τους είναι από δευτερεύον ως παντελώς άχρηστο (υπάρχουν πλέον άνθρωποι που αγοράζουν πολλαπλά φύλλα της ίδιας εφημερίδας μόνο για να κόψουν τα κουπόνια, που είναι μεγαλύτερης αξίας) και μ' αυτόν τον τρόπο το αντιμετωπίζουν και οι εκδότες τους (δυστυχώς και πολλοί δημοσιογράφοι). Η λογική είναι «έτσι κι αλλιώς δεν μας αγοράζουν επειδή μας θεωρούν αξιόπιστους, οπότε ας τους πούμε αυτά που θέλουν να ακούσουν, για να μη τους δυσαρεστήσουμε».

Κι αυτό ακριβώς είναι το κλειδί της κατάντιας μας, γιατί βέβαια πρώτα απ' όλα δεν φταίει αυτός που προσφέρει το κακό προϊόν, αλλά εκείνος που το ανέχεται και το αγοράζει. Οι χιλιάδες αναγνώστες, ακροατές, τηλεθεατές, που ακόμα και σ' αυτές τις θλιβερές ώρες που περνάμε, αυτήν τη στιγμή της κάθαρσης που αποκαλύφθηκαν (και αποκαλύπτονται καθημερινά) όλες οι παθογένειες της κοινωνίας μας, αρνούνται να δουν την αλήθεια κατάματα. Εγκλωβισμένοι σ' ένα υπερτροφικό «εγώ», που μας χαρακτηρίζει δυστυχώς εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια, αλλά ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο στη σύγχρονη εποχή με την υπερβολική έμφαση που δίνουμε σ' αυτήν την ένδοξη ιστορία που βρίσκεται πίσω μας, βλέπουμε παντού φταίχτες εκτός από τον εαυτό μας. Οπότε στρεφόμαστε προς αυτούς που μας παρέχουν στρεβλή (ή και εντελώς ψευδή) πληροφόρηση, επειδή αυτή μας βολεύει και μας αρέσει να ακούμε.

Δείτε τί γίνεται τελευταία με τις περίφημες δηλώσεις παραγόντων του ΔΝΤ περί των λαθών του ταμείου απέναντι στην Ελλάδα και της αστοχίας των προβλέψεών τους για τα αποτελέσματα του προγράμματος που εφαρμόστηκε. Ακόμα και δημοσιογράφοι που αρχικά είχαν υποστηρίξει τα περιβόητα «μνημόνια», βρήκαν την ευκαιρία να χαϊδέψουν αυτιά (μπας και αυξήσουν κι άλλο το κοινό τους) και άρχισαν να κραυγάζουν ότι το οι ίδιοι οι δανειστές παραδέχονται πως πρόγραμμα είναι λανθασμένο, ότι πρέπει να απαιτήσουμε την αλλαγή του κλπ. Λησμονώντας βέβαια πως όταν μιλάμε για τέτοια θέματα, τα οποία μάλιστα εξαρτώνται από διεθνείς παράγοντες και ελάχιστα από εμάς, δεν υπάρχει «σωστό» και «λάθος», αλλά εφικτό και ανέφικτο. Αν θέλουμε ένα πιο χαλαρό πρόγραμμα (για το οποίο να διευκρινίσω ότι θα πανηγύριζα προσωπικά, γιατί και τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές μου δυσκολεύομαι να πληρώσω, και δουλειά δεν μπορώ να βρω από τότε που απολύθηκα εδώ και τρία χρόνια), αυτό το πρόγραμμα (και τα ελλείμματα που συνεπάγεται, ακόμα κι αν χαριστούν όλα τα χρέη) κάποιος πρέπει να το χρηματοδοτήσει. Κι αυτός ο κάποιος σήμερα δεν υπάρχει.

Το χειρότερο είναι, ότι προσπαθούμε να κρυφτούμε πίσω από τα «λάθη» που ομολογεί το ΔΝΤ, χωρίς να συνειδητοποιούμε (προφανώς γιατί οι περισσότεροι δεν έκαναν τον κόπο να διαβάσουν όλες τις σχετικές δηλώσεις, αλλά αρκέστηκαν στην ερμηνεία τους από τους λαϊκιστές των τηλεπαράθυρων) ότι αυτά τα λάθη που ομολογούνται αφορούν ακριβώς την αδυναμία πρόβλεψης της δικής μας ανεπάρκειας και της δικής μας απροθυμίας να τηρούμε όσα συμφωνούμε, άρα είναι λίγο δύσκολο να τα επικαλεστούμε προς όφελός μας! Τί είπε όμως ακριβώς ο κ. Τόμσεν (τον οποίο, για να ξεκαθαρίσω, δεν τον έχω και σε μεγάλη υπόληψη, ούτε όμως θεωρώ ότι αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στις επιλογές που έγιναν, γιατί δεν είναι παρά ένας υπάλληλος που εφαρμόζει τις αποφάσεις των ανωτέρων του); Στη συνέντευξή του στο Βήμα στις 30/1, σε ερώτηση σχετικά με τα «προβλήματα στον αρχικό σχεδιασμό του προγράμματος και το πιθανό μερίδιο της δικής του ευθύνης ως οικονομολόγου», απαντάει: «Ποτέ δεν θα μάθουμε τι θα μπορούσε να είχε καταφέρει η Ελλάδα αν είχε εφαρμόσει το αρχικό πρόγραμμα όπως συμφωνήθηκε. Για παράδειγμα, πόσες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις θα είχαν αποφευχθεί αν είχαν βελτιωθεί οι εισπράξεις φόρων όπως είχε σχεδιαστεί, και πόσο χαμηλότερη θα ήταν η ανεργία αν είχαν εφαρμοστεί οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Βέβαια, οι οικονομικές και οι πολιτικές συνθήκες αλλάζουν, και βεβαίως άλλαξαν στην Ελλάδα, με μια πολιτική κρίση να υπονομεύει την εφαρμογή του προγράμματος και να κλονίζει σημαντικά την εμπιστοσύνη των επενδυτών».

Δηλαδή, το «λάθος» που παραδέχεται είναι ότι «δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι συμφωνούσαμε κάποια πράγματα κι εσείς μας κοροϊδεύατε, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι δεν είχατε αντιληφθεί πως ήταν αδύνατο να διατηρήσετε το υπερτροφικό σας κράτος αν θέλατε να μειώσετε τα ελλείμματα, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα προτιμούσατε να μειώνετε συντάξεις γερόντων και ν' αυξάνετε τους φόρους αδυνάμων αντί να πάρετε στο κυνήγι 2 εκατομμύρια φοροφυγάδες, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως ενώ το σπίτι σας είχε πάρει φωτιά, εσείς δεν θα κάνατε πολιτική ανακωχή προκειμένου να υποστηρίξετε το πρόγραμμα διάσωσης, αλλά θα είχατε δύο εκλογικές αναμετρήσεις και θ' αλλάζατε 3 κυβερνήσεις σε 6 μήνες, βρίζοντας ο ένας τον άλλο, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως προεκλογικός αγώνας στην Ελλάδα σημαίνει πλήρης παράλυση του κράτους, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως οι εφοριακοί θα έκαναν λευκή απεργία σε βάρος και των δικών τους συμφερόντων, αφού αυτά τα λεφτά που αρνούνταν να μαζέψουν θα μπορούσαν να αποτρέψουν νέες μειώσεις των αποδοχών τους και φόρους στα εισοδήματα και τα σπίτια τους, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι επί τρία χρόνια θα αρνιόσαστε πεισματικά να ανοίξετε δεκάδες κλειστά επαγγέλματα, όπως είχε συμφωνηθεί κι όπως γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη» κλπ., κλπ.

Εμείς τί ακριβώς θα υποστηρίξουμε, όταν επικαλεστούμε τα λάθη του ΔΝΤ; Ότι «αφού είμαστε αναξιόπιστοι και αυτοκαταστροφικοί και δεν θέλουμε να κάνουμε αυτά που συμφωνήσαμε, έπρεπε να καταστρώσετε ένα χαλαρό πρόγραμμα, να μας δώστε λεφτά χωρίς εγγυήσεις για να μην υποφέρει ο κόσμος και, αν δημιουργούσαμε και νέα χρέη, να μας τα χαρίσετε κι αυτά, όπως τα δεκάδες δισεκατομμύρια που κουρέψαμε ήδη»; Και πιστεύουμε πραγματικά πως θα βρεθεί έστω και ένα κράτος, οργανισμός, τράπεζα στον κόσμο που θα μας δώσει έστω κι ένα ευρώ με τέτοια επιχειρηματολογία;

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Φωτιά στα μπατζάκια μας!

Το γεγονός ότι την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ισχυρός ο θεσμός της οικογένειας, μας βοηθάει να ξεπερνάμε δύσκολες περιόδους με λιγότερο επώδυνες συνέπειες από εκείνες που θα υπήρχαν σε μία κοινωνία όπου ο καθένας παλεύει για τον εαυτό του και μόνο. Η προστασία, όμως, που παρέχει η μέση ελληνική οικογένεια στα παιδιά της εξελίσσεται πολλές φορές σε υπερπροστασία, δημιουργώντας και πολλά κακομαθημένα παιδιά. Κι επειδή εξακολουθεί και μετά την ενηλικίωση, πολλοί Έλληνες σκέπτονται και φέρονται σε όλη τους τη ζωή σαν κακομαθημένα παιδιά. Με αποτέλεσμα να παίρνουν παράλογες αποφάσεις, αλλά και να αρνούνται μετά να δεχτούν τις συνέπειες αυτών των αποφάσεων, περιμένοντας από το κράτος-μπαμπά (ή μαμά!) να έρθει να τους ξεμπλέξει, όπως έκαναν επί χρόνια οι γονείς τους. Κι όταν αυτό δεν γίνεται, οι αντιδράσεις φτάνουν στο επίπεδο... νηπιακής ηλικίας, σε βάρος ακόμα και του... ίδιου του εαυτού τους (ελπίζοντας ότι το κράτος θα υποχωρήσει τελικά στις απαιτήσεις τους, όπως έκαναν και οι γονείς που τους κακόμαθαν).

Δείτε τί γίνεται αυτή την εποχή με το πρόβλημα που δημιούργησε η υψηλή τιμή του πετρελαίου θέρμανσης (πρόβλημα υπαρκτό βεβαίως). Όπως ήταν φυσιολογικό, αφού ακρίβυνε ένα είδος πρώτης ανάγκης, πολλοί έκαναν προσπάθεια να βρουν εναλλακτικές λύσεις χαμηλότερου κόστους. Πολύ φυσιολογική αντίδραση μέχρις εδώ, αλλά από εδώ και πέρα αρχίζουν τα παράλογα. Πρώτον, ελάχιστοι ήταν αυτοί που έψαξαν το θέμα πριν πάρουν αποφάσεις, που ρώτησαν ή διάβασαν τί λέει κάποιος που ξέρει το θέμα (η τεχνοφοβία τους είναι τέτοια, που προτιμούν να πάρουν συμβουλές από τη γειτόνισσα παρά από μηχανικό, ακόμα κι αν το ερώτημα είναι «πώς θα πάω στο φεγγάρι;!»), που έκαναν ένα στοιχειώδη οικονομικό υπολογισμό. Διαφορετικά, πολλοί από αυτούς θα έβλεπαν πως με την τιμή στην οποία κατέληξε τελικά να πωλείται το πετρέλαιο θέρμανσης (γύρω στο 1,30), θα μπορούσαν με πιο ορθολογική χρήση του καλοριφέρ να κάνουν οικονομία της τάξης του 20% σε σχέση με πέρσι, οπότε το έξοδο της θέρμανσης θα παρέμενε στα περσινά επίπεδα!

Υπάρχουν, όμως, κι αυτοί που πράγματι δεν μπορούν να κάνουν περισσότερη οικονομία στο καλοριφέρ, γιατί ήδη από πέρσι είχαν περιορίσει στο ελάχιστο τη χρήση του και δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια για μείωση. Πολλοί κατέφυγαν στα τζάκια (όταν υπήρχαν) ή έκαναν ένα ακόμα έξοδο και αγόρασαν ξυλόσομπες. Χωρίς βεβαίως κανείς να σκεφτεί πως αυτού του είδους η θέρμανση ούτε αποτελεσματική είναι, ούτε οικονομική τελικά, γιατί η καύση ξύλων σ' ένα απλό τζάκι ή μία σόμπα έχει πολύ χαμηλό συντελεστή απόδοσης σε ό,τι αφορά τη θέρμανση. Αν σκεφτούμε, λοιπόν, ότι το τζάκι ή η σόμπα θερμαίνουν ένα μόνο χώρο, αφήνοντας παγωμένο το υπόλοιπο σπίτι, θα μπορούσαμε να έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα κλείνοντας τα σώματα του καλοριφέρ στο υπόλοιπο σπίτι και αφήνοντας ανοιχτά μόνο τα σώματα του χώρου όπου τώρα έχουμε το τζάκι. Ο χώρος θα θερμαινόταν πολύ καλύτερα απ' ό,τι με το τζάκι ή τη σόμπα, χωρίς αναθυμιάσεις και καπνούς και με όχι μεγαλύτερο κόστος. Αλλά, όπως συνηθίζουμε στην Ελλάδα, συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα και μετά παίρνουμε κρίσιμες αποφάσεις από μία σύγκριση εξαρχής λανθασμένη.

Ας πούμε, όμως ότι όλα αυτά είναι δύσκολα να τα σκεφτεί κανείς (αν και δεν είναι καθόλου δύσκολο να τα μάθει ρωτώντας!) και τελικά χιλιάδες Έλληνες κατέληξαν στα ξύλα. Εδώ αρχίσει πλέον η υστερία του κακομαθημένου. Κατ' αρχάς αυτοί που καίνε ξύλα βαμμένα ή επεξεργασμένα με χημικά είναι για δέσιμο! Δεν χρειάζεται να είσαι γιατρός για να καταλάβεις ότι γεμίζεις πρώτα απ' όλα το σπίτι σου και μετά την ατμόσφαιρα με τοξικές αναθυμιάσεις, που μπορεί να καταστρέψουν για πάντα την υγεία σου. Δηλαδή για να αποφύγεις το κρυολόγημα, επιλέγεις τον καρκίνο!!! Όταν δε ορισμένοι, ακούγοντας ότι αυτό που κάνουν είναι καταστροφικό για την υγεία, απαντούν «ας μην αύξανε το κράτος το πετρέλαιο», σηκώνεις τα χέρια ψηλά και σκέφτεσαι πως χρειάζεται... νηπιαγωγός για να τους συνεφέρει! Θυμίζουν κάποια κακομαθημένα πιτσιρίκια που... χτυπάνε το κεφάλι τους στο πάτωμα ή στον τοίχο όταν οι γονείς τους δεν τους κάνουν κάποιο χατίρι, γιατί γνωρίζουν ότι οι γονείς τελικά θα υποχωρήσουν! Μόνο που στην κοινωνία τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα σου κάνουν το χατίρι όταν απειλείς να αυτοκαταστραφείς!

Εκείνο, όμως, που μου κάνει τρομερή εντύπωση είναι οι αντιδράσεις μερικών στις ανακοινώσεις για το πόσο επικίνδυνη είναι για την υγεία η καύση ακόμα και κανονικών καυσόξυλων σε χιλιάδες απλά τζάκια στις πόλεις, λόγω της αλματώδους αύξησης των αιωρούμενων σωματιδίων. Διάβασα σχόλια σε forum στο Internet, τα οποία μέχρι που κατακεραύνωναν και τον ιατρικό σύλλογο για τη σχετική ανακοίνωσή του για την επικινδυνότητα του νέφους με τα σωματίδια, ανακατεύοντας ακόμα και το... μνημόνιο στην επιχειρηματολογία τους! Η υστερία στο αποκορύφωμα δηλαδή, από ενήλικους με μυαλό κακομαθημένου πεντάχρονου (το πολύ!), που δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η αντίθεση στο όποιο μνημόνιο δεν αρκεί για να αλλάξει τους νόμους της Φυσικής και της Χημείας κι ότι ο γιατρός, είτε είναι υπέρ είτε κατά του μνημονίου, οφείλει να λέει αυτό που υπαγορεύει η ιατρική επιστήμη. Διάβασα κάποιον να λέει «αφού το κράτος δεν με αφήνει να ζεσταθώ, δεν θα σκεφτώ το πρόβλημα που δημιουργώ στην υγεία του διπλανού μου»! Η παιδική ανωριμότητα ωχριά μπροστά στο επιχείρημα! Και η δική σου υγεία ρε μεγάλε; Και η υγεία των παιδιών σου; Δεν έχεις πάρει χαμπάρι ότι πρώτα εσύ αναπνέεις ό,τι καις και μετά πάει στους άλλους; Ή μήπως εσένα σε προστατεύει η... αντίθεση στο μνημόνιο;