«...τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα, ουκ απράγμονα, αλλ' αχρείον νομίζομεν...»

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Δύο ανησυχητικά φαινόμενα

Η απογοήτευση και η αγανάκτηση των Ελλήνων από το πολιτικό σύστημα (το οποίο πάντως οι ίδιοι εξέθρεψαν και στήριξαν με την ψήφο τους επί δεκαετείς) είναι δεδομένη, όπως δεδομένη είναι δυστυχώς και η πλήρης έλλειψη ορθολογισμού στην οποία οδηγεί αυτή η απογοήτευση και αγανάκτηση. Δεν είναι τυχαίο ότι φέτος, που για πρώτη φορά μας δόθηκε η ευκαιρία να επιλέξουμε εμείς με σταυρό προτίμησης αυτούς που θα μας εκπροσωπήσουν στο Ευρωκοινοβούλιο, ο ρόλος του οποίου στη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σημαντικότερος από ποτέ, στείλαμε τη χειρότερη ομάδα ευρωβουλευτών που έχει στείλει ποτέ η Ελλάδα, ασχέτως κομμάτων προτίμησης. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, που κάνουν ακόμα πιο κραυγαλέο τον κανόνα, οι περισσότεροι από αυτούς που στείλαμε δεν έχουν τις γνώσεις, την εμπειρία, τα τυπικά προσόντα και τις γνωριμίες ή την αναγνωρισιμότητα στην Ευρώπη για να δημιουργήσουν τις κατάλληλες συμμαχίες, ώστε να εκπροσωπήσουν αποτελεσματικά τα ελληνικά συμφέροντα, τα δικά μας συμφέροντα.

Αυτό, όμως, είναι απλώς ένα δείγμα του ανορθολογισμού με τον οποίο αντιδρά πλέον το εκλογικό σώμα στην Ελλάδα. Αν αυτό έμενε εκεί, θα λέγαμε ότι απλώς χάνουμε άλλη μια ευκαιρία για πιο ενεργό συμμετοχή στα ευρωπαϊκά δρώμενα, ελπίζοντας πως όταν θα ξεπεράσουμε την κρίση, θα επανέλθουμε προς περισσότερο ορθολογικές επιλογές και συμπεριφορά γενικότερα. Το χειρότερο είναι ότι αυτός ο ανορθολογισμός είναι πλήρως κατανοητός από κύκλους που έχουν κάθε συμφέρον να χειραγωγούν την κοινή γνώμη στην Ελλάδα και οι οποίοι έσπευσαν ήδη να τον εκμεταλλευτούν, όπως δείχνουν δύο πολύ ανησυχητικά φαινόμενα που εμφανίστηκαν στις φετινές αυτοδιοικητικές και ευρωπαϊκές εκλογές.

Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ένα μεγαλοεπιχειρηματία, που ήδη έχει κάνει κινήσεις για απόκτηση επιρροής μέσα από ένα δημοφιλές λαϊκό άθλημα όπως το ποδόσφαιρο και από τη δραστηριοποίησή του σε μέσα ενημέρωσης, να αποκτά τον έλεγχο ενός από τους μεγαλύτερους δήμους της χώρας, του Πειραιά, μέσω... αντιπροσώπου-υπαλλήλου του. Το ότι ο ίδιος έχει το «πάνω χέρι» αν και απλός «δημοτικός σύμβουλος», δεν χρειάζεται να το υποθέσουμε, το απέδειξε μέσα από τις συνεντεύξεις του, αλλά και με τη συνεχή παρουσία του (και με δηλώσεις) δίπλα στον υποψήφιο δήμαρχο σε διάφορες εκδηλώσεις (κάτι που φυσικά δεν είδαμε από κανένα άλλο υποψήφιο δημοτικό σύμβουλο και κανένα υποψήφιο δήμαρχο σε κανένα μεγάλο δήμο). Έχουμε, λοιπόν, στην ουσία ένα σκιώδη δήμαρχο, που θα μπορεί να καθοδηγεί τη λειτουργία του δήμου (ποιος πιστεύει ότι ο υφιστάμενός του που εκλέχθηκε δήμαρχος θα του φέρει οποιαδήποτε αντίρρηση;), χωρίς όμως να έχει την παραμικρή ευθύνη για οποιεσδήποτε συνέπειες έχει η πολιτική του! Είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθεί κανείς ότι τέτοια φαινόμενα προάγουν την ιδέα της δημοκρατίας, ακόμα και της... αντιπροσωπευτικής, που έχει την έννοια ότι ο λαός εκλέγει και παραχωρεί εξουσία στους εκπροσώπους του και όχι στους εκπροσώπους τρίτων!

Το δεύτερο φαινόμενο, εντελώς διαφορετικό, αλλά εξίσου ενδεικτικό των αδιεξόδων της ελληνικής κοινωνίας, αφορά την προσπάθεια χειραγώγησης ενός περισσότερο «σκεπτόμενου» τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, ανθρώπων που έχουν τη ψυχραιμία για να αντιληφθούν ότι δεν μπορούμε να σώσουμε την κοινωνία κατεδαφίζοντάς την με ακρότητες, αλλά αντικαθιστώντας ένα σάπιο πολιτικό σύστημα με περισσότερο ικανούς ανθρώπους. Πρόκειται για το περίφημο «Ποτάμι», το οποίο δημιούργησε ένας τηλεοπτικός δημοσιογράφος που προσπαθούσε τα τελευταία χρόνια να περάσει ένα προφίλ σοβαρότητας, έχοντας όμως στο παρελθόν ενεργό συμμετοχή στα περιοδικά του άθλιου «λάιφ στάιλ» που οδήγησε την ελληνική κοινωνία στην παρακμή. Ένα κόμμα το οποίο -ω του θαύματος- από την πρώτη μέρα της ανακοίνωσης της δημιουργίας του γνώρισε από τα ΜΜΕ τέτοια προβολή, που θα τη ζήλευαν ακόμα και κόμματα με πολυετή παρουσία στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Δεν αμφισβητώ το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο κόμμα υπάρχουν πολλοί σοβαροί και αξιόλογοι άνθρωποι (μόνο με τέτοιους ανθρώπους άλλωστε θα μπορούσε να προσεγγίσει το κοινό στο οποίο θέλει να απευθυνθεί). Και προφανώς δεν αμφισβητώ τις καλές προθέσεις αυτών των ανθρώπων. Δεν μπορεί, όμως, παρά ν' αναρωτηθεί κανείς, από τη στιγμή που έχουν δημιουργηθεί, λειτουργήσει και συμμετάσχει σε εκλογές στο παρελθόν ένα σωρό κόμματα, που είχαν ασήμαντη προβολή, τί κρύβεται πίσω από την ακατανόητη υπερπροβολή του ιδρυτή (και προφανώς αυριανού επικεφαλής) του συγκεκριμένου κόμματος. Στη δημοκρατία τέτοια ερωτήματα δεν είναι καθόλου δευτερεύοντα...