«...τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα, ουκ απράγμονα, αλλ' αχρείον νομίζομεν...»

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Η «δικαιοσύνη» είναι όντως τυφλή

Η κοινωνική δικαιοσύνη είναι μια πολύπλοκη έννοια, που ερμηνεύεται και διαφορετικά από διαφορετικούς ανθρώπους. Γι' αυτό είναι και πολύ δύσκολη η εφαρμογή μέτρων που να θεωρούνται δίκαια από το σύνολο της κοινωνίας. Υπάρχουν πάντως κάποιες γενικές αρχές που είναι μάλλον κοινά αποδεκτές, αφού κανείς δεν τις αμφισβητεί, τουλάχιστον ανοιχτά. Ο εργατικός θεωρείται από όλους ότι πρέπει να έχει καλύτερη αντιμετώπιση από τον τεμπέλη, ο τίμιος από τον απατεώνα, ο φτωχός δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι δικαιούται ένα αξιοπρεπές επίπεδο στέγης, υγειονομικής περίθαλψης και τροφής κλπ. Υπάρχουν κάποιες επιλογές που εύκολα μπορούν να οδηγηθούν από την κοινή λογική, είναι όμως πραγματικά εντυπωσιακό το πώς οι τυχοδιώκτες της πολιτικής και οι έμποροι ελπίδας σαν τους δήθεν αριστερούς που μας κυβερνούν σήμερα, μπορούν να κάνουν το μαύρο άσπρο και να παίρνουν αποφάσεις απολύτως άδικες, που τις πλασάρουν ως πολιτική κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η αντιμετώπιση των συνταξιούχων και του συνταξιοδοτικού προβλήματος συνολικά από την κυβέρνηση είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα τις καραμπινάτης αδικίας στην οποία οδηγεί ο ψηφοθηρικός τυχοδιωκτισμός. Τα μεγάλα λόγια για τους «χαμηλοσυνταξιούχους» και την ανάγκη στήριξής τους, κρύβουν μια πραγματικότητα που στην Ελλάδα τη γνωρίζουμε όλοι. Υπάρχουν άνθρωποι που για μια ολόκληρη ζωή, μέχρι και τέσσερις δεκαετίες, πλήρωναν τακτικά τις ασφαλιστικές τους εισφορές, καμιά φορά υπέρογκες, καμιά φορά και σε περισσότερα από ένα ασφαλιστικά ταμεία, για να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής στα γεράματά τους. Και υπάρχουν πολλοί άλλοι, ανάμεσά τους και ένα πολύ μεγάλο ποσοστό από αυτούς που αποκαλούνται «χαμηλοσυνταξιούχοι», που σε μια μία διάρκεια επαγγελματικού βίου 30 ή και 40 ετών πλήρωσαν εισφορές μόνο για 15-20 χρόνια, δουλεύοντας «μαύρα» τα υπόλοιπα και βάζοντας τα λεφτά στην τσέπη. Συχνά μάλιστα, ακόμα και σε αυτά τα 15-20 χρόνια που πλήρωναν εισφορές, αυτές ήταν πολύ χαμηλές, βασισμένες σε μέρος μόνο του εισοδήματός τους. Όταν λοιπόν οι νοικοκύρηδες αποταμίευαν στην ουσία, πληρώνοντας μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους στα ασφαλιστικά ταμεία για να εξασφαλίσουν τα γεράματά τους, αυτοί έτρωγαν τα λεφτά, αγόραζαν περιουσιακά στοιχεία, περνούσαν γενικά πιο άνετα, χωρίς να υπολογίζουν το αύριο.

Έρχεται λοιπόν η σημερινή κυβέρνηση που δήθεν επαγγέλλεται την κοινωνική δικαιοσύνη και εξισώνει αυτούς που παίρνουν χαμηλή σύνταξη γιατί απλά ήταν φτωχοί και πλήρωναν εισφορές για πολύ χαμηλές αποδοχές, με εκείνους που παίρνουν χαμηλή σύνταξη γιατί κορόιδευαν την κοινωνία και έκλεβαν τα ασφαλιστικά ταμεία! Αντί να στηρίξει τους πρώτους (αυτό είναι πράγματι κοινωνική δικαιοσύνη) και να αφήσει τους δεύτερους να ζήσουν με τη χαμηλή σύνταξη που αυτοί επέλεξαν να παίρνουν, κόβει συνεχώς τις συντάξεις, όχι μόνο εκείνων που έχουν υψηλές συντάξεις χάρη σε διάφορα συντεχνιακά προνόμια, αλλά και των τίμιων που επί 35-40 χρόνια πλήρωναν υψηλές εισφορές, για να «προστατεύσει» αυτούς που κορόιδευαν την κοινωνία. Και αυτό το ονομάζει ανερυθρίαστα «κοινωνική δικαιοσύνη».

Ακόμα χειρότερα είναι τα πράγματα με την πρόσφατη, επίσης ψηφοθηρική, απόφαση να μοιραστεί το υπερβάλλον πλεόνασμα του φετινού προϋπολογισμού στους συνταξιούχους που παίρνουν μέχρι 750 ευρώ. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι τα 750 ευρώ είναι υψηλό εισόδημα, ούτε ότι εξασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής, είναι όμως ένα εισόδημα και μάλιστα σταθερό. Την ίδια στιγμή εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες που δούλευαν στον ιδιωτικό τομέα, συχνά οικογενειάρχες με υποχρεώσεις, είναι μακροχρόνια άνεργοι κι έχουν μηδενικό εισόδημα, άρα βρίσκονται σε πολύ χειρότερη μοίρα από κάποιους συνταξιούχους των 750, ή ακόμα και των 500 ή των 400 ευρώ. Κι αντί να διοχετευθεί το σύνολο του πλεονάσματος σ' αυτούς τους ανθρώπους με το μηδενικό εισόδημα, προτιμήθηκε να διοχετευθεί στους συνταξιούχους με το εξασφαλισμένο -χαμηλό- εισόδημα. Κι αυτό ονομάζεται «κοινωνική δικαιοσύνη». Η «δικαιοσύνη» είναι όντως τυφλή!

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Η γελοιότητα ως εργαλείο διαπλοκής

Μπορεί κανείς να υποστηρίζει την κυβέρνηση ή αυτή να του προκαλεί αλλεργία, να είναι αριστερός, κεντρώος ή δεξιός, να προτιμάει έναν ισχυρό ρόλο του κράτους ή να πιστεύει ότι η αγορά πρέπει να τα ρυθμίζει όλα (αυτό δεν ταυτίζεται στην Ελλάδα απαραίτητα με το αν είσαι αριστερός ή δεξιός, γιατί υπάρχουν δεξιοί που είναι πιο κρατιστές κι από τον... Κάστρο). Δημοκρατία έχουμε, ο καθένας δικαιούται να υποστηρίζει ό,τι θέλει. Πέρα όμως από τις ιδεολογίες, υπάρχει και η κοινή λογική. Όταν είναι νύχτα, δεν μπορείς να λες ότι είναι μέρα μόνο και μόνο για να πεις το αντίθετο απ' αυτό που λένε οι ιδεολογικοί σου αντίπαλοι, γιατί έρχεσαι σε αντίθεση με την αντικειμενική πραγματικότητα. Η κοινή λογική, λοιπόν, λέει ότι, ασχέτως των τεράστιων ευθυνών των προηγούμενων κυβερνήσεων για το άναρχο τηλεοπτικό τοπίο της Ελλάδας, όλο αυτό το θέατρο που παίχτηκε με τη διαδικασία δημοπράτησης των τηλεοπτικών αδειών, ξεπέρασε κάθε έννοια γελοιότητας, εξευτέλισε διεθνώς τη χώρα δημιουργώντας αντικίνητρα για οποιονδήποτε θα ενδιαφερόταν να επενδύσει εδώ και φυσικά, όχι μόνο δεν χτύπησε τη διαπλοκή, αλλά δημιούργησε μια κατάσταση που κατεξοχήν ευνοεί την διαπλοκή.

Σκεφτείτε κατ' αρχάς να ενδιαφερόταν να επενδύσει στην ελληνική τηλεοπτική αγορά ένας από τους μεγάλους διεθνείς ομίλους που δραστηριοποιούνται στον τομέα! Φαντάζεστε την αντίδρασή τους, όταν μάθαιναν ότι πρέπει ο πρόεδρος ή ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας τους να έρθει στην Ελλάδα και να κλειστεί σ' ένα δωμάτιο για 3-4 μέρες μαζί με τους ανταγωνιστές του, τρώγοντας από κέτερινγκ και χρησιμοποιώντας χημικές τουαλέτες. Ακόμα θα έτρεχαν προς την αντίθετη κατεύθυνση απ' αυτήν που όπου βρίσκεται η Ελλάδα! Και αυτό δεν δημιουργεί αρνητική εικόνα μόνο σε υποψήφιους επενδυτές των μέσων ενημέρωσης (που ενδεχομένως θα ήθελε η κυβέρνηση επίτηδες να αποθαρρύνει, ώστε να συμμετάσχουν μόνο Έλληνες), αλλά σε οποιονδήποτε έχει την Ελλάδα ως πιθανό στόχο επένδυσης σε οποιονδήποτε τομέα. Οι ξένοι επιχειρηματίες δεν κάθονται να εξετάσουν λεπτομέρειες για τις ιδεοληψίες του κάθε παράξενου που παριστάνει τον υπουργό, αλλά βλέπουν μία χώρα και τη συνολική πολιτική της προς τους πιθανούς επενδυτές. Αν αυτή η πολιτική ασκείται με καραγκιοζιλίκια, πολύ απλά στρέφονται αλλού.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, είναι ότι αποτελεί την πιο πετυχημένη μέθοδο για να ευνοηθεί η κάθε είδους διαπλοκή, καταρρίπτοντας έτσι το κυβερνητικό επιχείρημα περί δήθεν προσπάθειας δημιουργίας ενός νέου τηλεοπτικού τοπίου που θα είναι απαλλαγμένο από τη διαπλοκή. Για τον απλούστατο λόγο -κι εδώ μπαίνει η κοινή λογική που αναφέραμε παραπάνω, αφήνοντας απ' έξω τις ιδεολογίες- πως όταν βάζεις ως μοναδικό κριτήριο τη μέγιστη τιμή για να δώσεις μία τηλεοπτική άδεια και αναγκάζεις κάποιον να δώσει χρήματα που, πολύ απλά, δεν πρόκειται ποτέ να βγουν απ' αυτήν τη δουλειά (ειδικά οι δύο πλειοδότες που δεν είχαν ήδη τηλεοπτικό κανάλι, θα χρειαστούν πολύ πάνω από 100 εκατομμύρια για να αρχίσουν να εκπέμπουν) δεν καταπολεμάς τη διαπλοκή, αλλά την ενισχύεις. Πρώτον, γιατί όποιος δίνει λεφτά χωρίς προοπτική απόσβεσης, περιμένει προφανώς να τα βγάλει από κάπου αλλού (ο νοών νοείτω). Ας μη ξεχνάμε μάλιστα, πως οι άδειες θα ισχύουν μόνο για 10 χρόνια, άρα μέσα σ' αυτό το διάστημα πρέπει να γίνει και η απόσβεση, κάτι ακόμα πιο απίθανο. Δεύτερον, γιατί ζητώντας δεκάδες εκατομμύρια που δεν θα βγουν ποτέ, ευνοείς αυτούς που έχουν απεριόριστο μαύρο χρήμα σε βάρος των επιχειρηματιών που έχουν διαφανείς δουλειές και πληρώνουν φόρους. Πιο ευνοϊκό περιβάλλον για την δημιουργία συνθηκών διαπλοκής, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να δημιουργηθεί...

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Η απαξίωση της γνώσης

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τη σημερινή κυβέρνηση δεν είναι η πλήρης ανικανότητά της να διαχειριστεί την κρίση και να εφαρμόσει ένα συγκροτημένο πρόγραμμα για την ανάκαμψη της οικονομίας και τον εκσυγχρονισμό του κράτους. Δεν είναι καν η ιδεοληψία, σχεδόν θρησκευτικού χαρακτήρα, με την οποία αντιμετωπίζει το δημόσιο με τους δεκάδες άχρηστους οργανισμούς, τις αναποτελεσματικές υπηρεσίες και τους υπεράριθμους σε ορισμένες περιπτώσεις υπαλλήλους, που δεν τολμάει να αγγίξει ακόμα κι αν η μόνη εναλλακτική είναι να κόψει συντάξεις από γέροντες και να οδηγήσει σε χρεοκοπία χιλιάδες επαγγελματίες και επιχειρήσεις και στην ανεργία χιλιάδες εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, που θεωρεί παιδιά ενός κατώτερου θεού. Σε τελική ανάλυση, ανίκανες κυβερνήσεις έχουμε γνωρίσει και στο παρελθόν και οι πολιτικάντηδες με ιδεοληψίες και εμμονές ποτέ δεν μας έλειψαν, ασχέτως αν αυτοί εδώ δείχνουν ακόμα χειρότεροι επειδή είναι εντελώς «χύμα», για να χρησιμοποιήσουμε τη λαϊκή έκφραση.

Το χειρότερο είναι ότι το μόνο οργανωμένο σχέδιο που έχουν και δυστυχώς ελάχιστοι δείχνουν να αντιλαμβάνονται, πιστεύοντας ότι πρόκειται για μία ακόμα πλευρά της κυβερνητικής ανικανότητας, είναι η πλήρης απαξίωση της γνώσης και της μάθησης, η υποβάθμιση αν όχι η υπονόμευση και η κατάργηση της φιλομάθειας και της αριστείας και η εξώθηση όλων, αν είναι δυνατόν, των ικανών Ελλήνων να φύγουν στο εξωτερικό. Είναι γι' αυτούς ο μόνος τρόπος να παραμείνουν για χρόνια στο παιχνίδι της εξουσίας, εκπροσωπώντας τις μετριότητες και τους αποτυχημένους, που με αυτόν τον τρόπο θα αποκτούν όλο και μεγαλύτερο βάρος στην ελληνική κοινωνία, αριθμητικά, ποσοστιαία και πολιτικά. Όσα γίνονται στο χώρο της παιδείας τον τελευταίο χρόνο ούτε τυχαία είναι, ούτε αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις.

Και μόνο το γεγονός ότι επικεφαλής στον τομέα της παιδείας έχουν βάλει έναν άνθρωπο χωρίς πτυχίο και πριν απ' αυτόν ένα «πανεπιστημιακό» που είχε αλλεργία στην αριστεία, δείχνει τί σημαίνει η παιδεία γι' αυτούς. Κι από εκεί και πέρα κάθε κίνηση που κάνουν, κάθε εξαγγελία, κάθε πρόταση, κινείται με συνέπεια προς την κατεύθυνση της ισοπέδωσης προς τα κάτω, της αναξιοκρατίας, της υποβάθμισης της παιδείας γενικώς (ακόμα και της δημόσιας για την οποία κόπτονται συνεχώς), της απαξίωσης της γνώσης (ο σερβιτόρος που έγινε σύμβουλος... στρατηγικού σχεδιασμού δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου, που τον πήραμε χαμπάρι επειδή είναι δίπλα στον πρωθυπουργό). Η υποβάθμιση των (δημόσιων) πανεπιστημίων έχει φτάσει σε επίπεδα εξαθλίωσης και τα γεγονότα αυτής της εβδομάδας, με την κατάληψη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από εξωπανεπιστημιακούς «ακτιβιστές» (μεταξύ των οποίων και αλλοδαποί ομοϊδεάτες τους) που το μετέτρεψαν σε κάμπινγκ για τις εκδηλώσεις τους αφού έσπασαν τις κλειδαριές και μπήκαν μέσα με τσαμπουκά χωρίς να αντιδράσει το κράτος, δείχνει σε τί υπόληψη έχουν τα πανεπιστήμια και την ανώτατη εκπαίδευση. Κι εν τω μεταξύ χιλιάδες πτυχιούχοι με προσόντα, γνώσεις, μεταπτυχιακά και όρεξη για δουλειά, για τις σπουδές των οποίων έχει πληρώσει ένα σωρό λεφτά η ελληνική κοινωνία, φεύγουν στο εξωτερικό, σε χώρες όπου οι κυβερνήσεις σέβονται τη γνώση πολύ περισσότερο από τη δική μας, στερώντας την ελληνική κοινωνία από την αφρόκρεμα που θα την τραβούσε προς τα πάνω. Κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποία δεν υπάρχει πια ελπίδα γι' αυτήν τη χώρα, που θα σέρνεται για δεκαετίες στη μετριότητα, ζώντας από τις ελεημοσύνες των άλλων και από τη -στρεβλή- αξιοποίηση της ιστορίας της και του φυσικού της περιβάλλοντος για τουριστικούς σκοπούς, πάντα με τη νοοτροπία της αρπαχτής και της αρπακόλλας. Την ίδια στιγμή που τα διαμάντια που στέλνουμε έξω, θα βοηθούν άλλες κοινωνίες να προχωρούν κι άλλα βήματα μπροστά, αφήνοντάς μας ακόμα πιο πίσω...

Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

Η σχιζοφρένεια ως στοιχείο πολιτικής

Αυτή η ιστορία με την υποκλοπή των συνομιλιών ανάμεσα στα στελέχη του ΔΝΤ  που βρίσκονταν στην Ελλάδα, είναι σίγουρο κατ' αρχάς ότι μας κάνει ρεζίλι διεθνώς και καταρρακώνει την αξιοπιστία μας. Αν δεν κάναμε εμείς την υποκλοπή, κάτι που μας κάνει εντελώς αναξιόπιστους για οποιονδήποτε συνομιλητή μας (πολύ περισσότερο αφού μετά δημοσιοποιήθηκε το περιεχόμενο της υποκλοπής), δεν σταθήκαμε ικανοί να προστατέψουμε από αυτόν που έκανε  την υποκλοπή μέσα στο έδαφός μας εκείνους που εμείς καλέσαμε και φιλοξενούσαμε. Πέρα όμως απ' αυτό, το εξωφρενικό με το χειρισμό της από την κυβέρνηση και τον τρόπο αναπαραγωγής των κυβερνητικών σχολίων από πολλά μέσα ενημέρωσης, είναι ότι δείχνει μία εντελώς σχιζοφρενική συμπεριφορά, που προφανώς δεν μπορεί να βοηθήσει την πετυχημένη κατάληξη οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης.

Ευτυχώς τελικά που οι διάλογοι δημοσιεύθηκαν, ώστε όσοι τουλάχιστον έχουμε πάει στο... δημοτικό και ξέρουμε να διαβάζουμε ελληνικά, μπορέσαμε να διαβάσουμε τί ακριβώς ειπώθηκε, για να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας. Γιατί τελικά, τί είπε ο κ. Τόμσεν ότι πρέπει να επιτευχθεί κι εμείς αρχίσαμε να τον βρίζουμε ως εκβιαστή και δικό μας, αλλά και της... Μέρκελ; Ότι ο δανειστές πρέπει οπωσδήποτε να μειώσουν το ελληνικό χρέος κι ότι το ΔΝΤ δεν πιστεύει πως είναι ρεαλιστικό να μας ζητούν τόσο μεγάλο πλεόνασμα, αλλά πρέπει να δεχτούν να είναι αυτό σημαντικά μικρότερο. Κι αυτό είναι εκβιασμός της... Ελλάδας;!!! Έλεος δηλαδή, γιατί έχουμε χάσει πλέον κάθε μέτρο σ' αυτή τη χώρα! Τι διάβολο ζητάμε τόσο καιρό από τους δανειστές; Μείωση του χρέους και μείωση του απαιτούμενου πλεονάσματος δεν ζητάμε; Και μαθαίνουμε ότι τα μεγαλοστελέχη του ΔΝΤ συζητούν πώς θα μεθοδεύσουν την αποδοχή από τους Ευρωπαίους αυτών που εμείς ζητάμε κι αντί να βγάλουμε στεναγμό ανακούφισης, τα βρίζουμε κιόλας; Όσο γι' αυτά που είπε ο Τόμσεν περί συμφωνίας μπροστά στον κίνδυνο πιστωτικού γεγονότος, δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την ΑΛΗΘΕΙΑ γι' αυτό που έγινε πέρσι το καλοκαίρι. Αν δεν μας αρέσει η αλήθεια, αυτό είναι άλλο θέμα. Αυτό που έχει όμως σημασία, είναι ότι τελικά ζητάει από τους Ευρωπαίους για εμάς αυτό που ζητάμε κι εμείς.

Είναι καταπληκτικό το πώς μία κυβέρνηση που ανέβηκε στην εξουσία με ρεκόρ ψευδών και ανεφάρμοστων υποσχέσεων και επέδειξε ρεκόρ ανικανότητας στη διαπραγμάτευση με τους ξένους και στη διακυβέρνηση της χώρας, ψάχνει συνεχώς να βρει εχθρούς, πραγματικούς ή φανταστικούς, μερικές φορές αντιπολιτευόμενη ακόμα και τον... εαυτό της, ελπίζοντας προφανώς ότι οι Έλληνες είναι τόσο κορόιδα, που θα εξακολουθήσουν να πιστεύουν τις ψευτιές της. Τελικά θα μας πουν αν θέλουμε ή όχι μείωση του χρέους και μείωση των απαιτούμενων πλεονασμάτων; Κι αν ναι, γιατί βρίζουμε τον Τόμσεν που προσπαθεί να τα πετύχει; Και τί μας νοιάζει αν πιέσει ή ακόμα κι αν εκβιάσει τη Μέρκελ για να τα πετύχει; Είμαστε τελικά με τον... εαυτό μας ή όχι; Αλλά βέβαια, εδώ βρίζουμε τώρα τους ξένους για το PSI, που ήταν η μεγαλύτερη μείωση χρέους που έχει γίνει ποτέ στον κόσμο, επειδή λέει χάσανε λεφτά τα ασφαλιστικά ταμεία, οι ελληνικές τράπεζες και έλληνες μικροεπενδυτές, τη στιγμή που εμείς ζητούσαμε να διαγραφεί... όλο το χρέος, άρα να χάσουν ακόμα περισσότερο λεφτά τα ασφαλιστικά ταμεία, οι ελληνικές τράπεζες και έλληνες μικροεπενδυτές!!! Μάλλον ψυχοθεραπεία χρειαζόμαστε...