«...τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα, ουκ απράγμονα, αλλ' αχρείον νομίζομεν...»

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη

Παρακολουθώντας τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες εβδομάδες στην Ελλάδα, καταλήγει κανείς στο θλιβερό συμπέρασμα ότι βαδίζουμε προς μία ακόμα καταστροφή από αυτές που οι Έλληνες έχουν ζήσει πολλές φορές στη διάρκεια των αιώνων της ελληνικής ιστορίας. Και η μοναδική ελπίδα να αποφύγουμε τον βέβαιο πνιγμό, είναι να μας συγκρατήσει στην επιφάνεια η Ευρωπαϊκή Ένωση, επειδή ίσως να μη τη συμφέρει να αφήσει να καταρρεύσει μία χώρα μέλος της. Το βασικό φαινόμενο, πάντως, που συνόδεψε όλες τις προηγούμενες καταστροφές του ελληνισμού έχει κάνει πάλι την εμφάνισή του. Πρόκειται για τη φυγή προς το εξωτερικό της ελληνικής ελίτ, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεκάδων χιλιάδων μορφωμένων και ικανών νέων που η ελληνική κοινωνία ξόδεψε εκατομμύρια για να σπουδάσουν. Χωρίς αυτούς, με τις μετριότητες, τους κομματικούς παρατρεχάμενους και τους ελάχιστους ικανούς που για διάφορους λόγους είναι παγιδευμένοι εδώ και δεν μπορούν να φύγουν, αναρωτιέται κανείς ποιος ακριβώς θα συμβάλλει στην ανόρθωση της Ελλάδας όταν και αν υπάρξει οικονομική ανάκαμψη.

Το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας είναι ότι αναγκαστήκαμε να αναθέσουμε τη διάσωσή της σ' αυτούς που την έφεραν σ' αυτό το χάλι και που δεν έχουν καν τις ικανότητες για τόσο δύσκολες αποστολές γιατί δεν είναι παρά μετριότητες και, από την άλλη πλευρά, η εναλλακτική λύση, η σημερινή αντιπολίτευση, είναι ακόμα χειρότερες μετριότητες, αδίστακτοι πολιτικοί τυχοδιώκτες που δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή αν καταστραφεί εντελώς η χώρα προκειμένου να έρθουν στην εξουσία. Δεν έχουν σημασία οι πολιτικές τους κατευθύνσεις, άλλωστε και στις δύο πλευρές -κυβερνητική και αντιπολιτευτική- υπάρχει πολυχρωμία και, σε τελική ανάλυση, όταν προσπαθήσεις να σβήσεις τη φωτιά στο σπίτι σου, λίγο σε ενδιαφέρει τί ρούχα φοράνε αυτοί που τη σβήνουν. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία πρόκειται για κρατικοδίαιτους επαγγελματίες της πολιτικής και του συνδικαλισμού, με ανεπαρκή παιδεία και ανύπαρκτες ικανότητες, που γνωρίζουν ότι μόνο στη «δημόσια ζωή» έχουν μέλλον, γιατί αν βρίσκονταν έξω απ' αυτή δεν θα είχαν στον ήλιο μοίρα.

Με τον ίδιο άθλιο οπορτουνιστικό τρόπο με τον οποίο ασκούσαν πολιτική επί δεκαετίες, με συνεχείς αντιφάσεις και παλινδρομήσεις, υποστηρίζοντας τώρα αυτά που απέρριπταν παλιότερα και απορρίπτοντας τώρα αυτά που υποστήριζαν, προσπαθούν όλοι -είτε ασκώντας εξουσία, είτε αντιπολίτευση- όχι να σπρώξουν τη χώρα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά να προσεταιριστούν τους πιο αφελείς και εύπιστους (και υπάρχουν πολλοί στην Ελλάδα!), προκειμένου να εξασφαλίσουν ψήφους. Γνωρίζουν άλλωστε ότι οι Έλληνες, συναισθηματικοί σε βαθμό παραλογισμού, μπορούν μέσα στην αγανάκτησή τους να ψηφίζουν ότι να 'ναι και να πιστέψουν ότι να 'ναι, φτάνοντας στο σημείο να δώσουν εκατοντάδες χιλιάδες ψήφους στην άθλια εγκληματική -και τελικά ανθελληνική- συμμορία των νεοναζί, που δεν διστάζουν να παραδέχονται πλέον δημόσια ότι αρθρογραφούσαν υπέρ του Χίτλερ ή να αρνούνται το ολοκαύτωμα!

Ακόμα κι όταν καταρρέουν τα παραμύθια, περί «επενδυτικών ευκαιριών» που προβάλλουν οι μεν ότι προσφέρει η Ελλάδα ή «περί ξεπουλήματος» που υποστηρίζουν οι δε ότι επιδιώκεται, και αποδεικνύεται ότι ελάχιστοι είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν σ' αυτήν την αλλοπρόσαλλη χώρα, ανακαλύπτουν χίλιες δικαιολογίες για να μας πείσουν ότι είχαν δίκιο, τη στιγμή που γνωρίζουν ότι και οι δύο πλευρές μας λένε... μπαρούφες! Υποψήφιοι επενδυτές αδιαφορούν για τα προσφερόμενα δήθεν «φιλέτα», δεν αγοράζουν ούτε καν ακίνητα που κάθονται απούλητα και ρημάζουν, με τιμές που πλησιάζουν στο μηδέν. Και από τη μία πλευρά μας λένε ότι θα βρουν καλύτερους επενδυτές κι από την άλλη κατηγορούν για ανικανότητα αυτούς που πριν κατηγορούσαν για ξεπούλημα, αφού πρώτα έχουν κάνει κάθε προσπάθεια για να τορπιλίσουν και την παραμικρή συμφωνία!

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα  αυτής της παρανοϊκής κατάστασης στην οποία μας έχουν οδηγήσει οι πολιτικές συμμορίες που λυμαίνονται την Ελλάδα, είναι οι εξελίξεις στην ΕΡΤ. Από τη μία έχουμε μία κυβέρνηση που υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατόν να εξακολουθούν να λειτουργούν με τεράστια ελλείμματα σε μια χρεοκοπημένη χώρα δημόσιοι οργανισμοί, όταν δεν έχουμε λεφτά για φάρμακα και συντάξεις κι ότι στην ΕΡΤ υπήρχε ένα όργιο σπατάλης, ρεμούλας, πελατειακών σχέσεων και αναξιοκρατίας. Αυτή ή ίδια όμως κυβέρνηση (οι συμμετέχοντες στην οποία ήταν υπεύθυνοι επί δεκαετίες γι' αυτήν την κατάσταση) εξακολουθούσε μέχρι σήμερα ακριβώς την πολιτική που καταγγέλλει! Είναι δυνατόν να προσπαθούν να μας πείσουν ότι έβαλαν το... Λιάτσο γενικό διευθυντή στην ΕΡΤ για να την εξυγιάνουν ή ότι το... όραμα που είχαν για ποιοτική, αξιοκρατική και λιγότερο σπάταλη τηλεόραση θα το υλοποιούσαν προωθώντας ατάλαντες μετριότητες με «μπάρμπα στην Κορώνη» σαν τη Σαλαγκούδη; Κι από την άλλη πλευρά, αυτοί που τώρα ξεσηκώθηκαν και απειλούν με πανελλαδικές απεργίες και ανένδοτους αγώνες δεν είναι οι ίδιοι που έβριζαν την ΕΡΤ ως κομματική; Κι αφού τους έπιασε τώρα ο πόνος για τους εργαζόμενους, πού ήταν όλοι αυτοί όταν έκλεινε το Alter κι έμεναν στο δρόμο 800 άνθρωποι; Πού ήταν όταν έκλεινε η Ελευθεροτυπία, αφήνοντας στο δρόμο εκατοντάδες άλλους; Πού ήταν όταν έκλεινε η ΙΜΑΚΟ και έμεναν στη ψάθα οι εργαζόμενοι στα περιοδικά της; Πού ήταν όταν έκλειναν οι εκδόσεις Λυμπέρη; Πού ήταν όταν έκλειναν ένα σωρό περιοδικά, ραδιόφωνα και εφημερίδες; Αλλά βέβαια, όλα αυτά ήταν ιδιωτικά. Ενώ κλείνοντας η ΕΡΤ (που δεν κλείνει, αλλά συρρικνώνεται), κλείνει και η διέξοδος για πρόσληψη διαφόρων ημετέρων σε σίγουρη θέση, με λεφτά που πληρώνουν τα κορόιδα οι φορολογούμενοι. Για τους άλλους άνεργους των ΜΜΕ δεν χρειαζόταν πανελλαδική απεργία σε όλα τα μέσα και ανένδοτος αγώνας. Για το μαγαζί του βολέματος επιβάλλεται...

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Και ξαφνικά προέκυψαν οι γερμανικές αποζημιώσεις

Ξαφνικά τον τελευταίο μήνα μας προέκυψε το θέμα των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων. Και λέμε «ξαφνικά», γιατί μπορεί κάποιοι να το ανακινούσαν κάθε τόσο τα τελευταία χρόνια, με τον γραφικό τρόπο που προσδιορίζεται από πατριωτικές κορώνες, λίγη αντιφασιστική κλάψα (για να γίνεται πιο «προοδευτικό» το αίτημα, λες και αν σ' ένα πόλεμο μας είχε καταστρέψει μη φασιστική χώρα δεν θα είχαμε το ίδιο δικαίωμα για αποζημιώσεις!), αριθμητικές υπερβολές χωρίς καμία τεκμηρίωση (άλλωστε στην Ελλάδα ποτέ δεν τα πηγαίναμε καλά με τους αριθμούς) και πολιτικές αντιπαραθέσεις γεμάτες λαϊκισμό και κακοπιστία, αλλά αυτό δεν ήταν κάτι που το έπαιρνε κανείς στα σοβαρά.

Τώρα τα πράγματα δείχνουν διαφορετικά. Ξαφνικά το κράτος, που τόσα χρόνια κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου, ανέθεσε στις υπηρεσίες του τη νομική διερεύνηση του θέματος (το πρώτο ουσιαστικό βήμα που κάνει όποιος θέλει στα σοβαρά να διεκδικήσει κάτι κι όχι απλώς να φωνάζει για να δημιουργήσει εντυπώσεις). Ξαφνικά βλέπουμε να συζητείται το θέμα στην Βουλή, σε πολύ ήρεμους τόνους και σε κλίμα συναίνεσης και βλέπουμε τον υπουργό Εξωτερικών να διαβεβαιώνει ότι το θέμα προχωρεί σαν να ήταν πάντα επίκαιρο και απλώς να είχαν καθυστερήσει κάποιες διαδικασίες (που δεν ήταν φυσικά έτσι, απλώς το είχαμε παραπέμψει στις ελληνικές καλένδες με τον απαράμιλλο ελληνικό τρόπο κωλυσιεργίας, που δεν έχει ταίρι παγκοσμίως). Ξαφνικά βλέπουμε να διαχωρίζονται οι πιθανές απαιτήσεις (αναγκαστικό δάνειο, αποζημιώσεις για καταστροφές κλπ.), ανάλογα με το είδος τους και τον τρόπο διεκδίκησης (άλλο ουσιαστικό βήμα που κάνει όποιος θέλει στα σοβαρά να διεκδικήσει κάτι και που δεν είχε γίνει ποτέ ως τώρα ουσιαστικά).

Ας πούμε, όμως, ότι αυτό είναι μια δική μας προσπάθεια διεξόδου από τα οικονομικά αδιέξοδα, πίεσης προς τη Γερμανία και διοχέτευσης του θυμού των Ελλήνων προς τα έξω. Το περίεργο (που επίσης δικαιολογεί το «ξαφνικά») είναι ότι το θέμα άρχισε να συζητιέται και στη Γερμανία! Εκεί που κανείς δεν ασχολιόταν, τώρα βλέπουμε αρνητικές δηλώσεις μεν από τον Σόιμπλε (αυτό έλειπε να μη αντιδρά αρνητικά ο υπουργός Οικονομικών μιας χώρας που της ζητούν να πληρώσει κάτι... δισεκατομμύρια, τη στιγμή που βαδίζει προς εκλογές!), αλλά και άρθρα για το θέμα στο γερμανικό Τύπο, δηλώσεις άλλων πολιτικών κλπ., λες και κάποιος προετοιμάζει την κοινή γνώμη για κάποια εξέλιξη.

Επειδή τίποτα σ' αυτή τη ζωή δεν είναι τυχαίο, επιτρέψτε μου μία πρόβλεψη, στην οποία οδηγεί η κοινή λογική. Στην Ευρώπη σκέπτονται ότι, παρά το «κούρεμα» του χρέους, με τα χάλια που έχουμε και την πολιτική αστάθεια που δημιουργεί η κρίση, φέρνοντας στο προσκήνιο καραγκιόζηδες και νεοναζί αντί για σοβαρές εναλλακτικές πολιτικές δυνάμεις, μάλλον χρειάζεται κι άλλη μείωση για να τα βγάλουμε πέρα, από τη στιγμή μάλιστα που ήπιαμε το πικρό ποτήρι κι επιτέλους εφαρμόζουμε κάποια από τα συμφωνηθέντα. Το θέμα είναι ότι ένα νέο κούρεμα δεν θα αφορά λεφτά των τραπεζών, αλλά κρατικά λεφτά, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων θα πρέπει να πληρώσουν οι Γερμανοί, ενώ ορισμένες άλλες χώρες δεν μπορούν να μας χαρίσουν ούτε ευρώ από το δικό τους μερίδιο, γιατί έχουν αντίστοιχα χάλια με εμάς και θα ξεσηκωθούν και οι πέτρες εκεί αν πουν ότι χαρίζουν λεφτά στην Ελλάδα.

Δεύτερον, στην Ευρώπη δεν θέλουν να χαρίσουν επίσημα μέρος του χρέους στην Ελλάδα, γιατί τότε θα ζητήσουν το ίδιο και οι άλλες χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα στήριξης με μνημόνια κλπ., ανεβάζοντας ίσως το ποσό που απαιτείται γι' αυτό σε επίπεδα που είναι αμφίβολο αν μπορεί να αντέξει η γερμανική κυβέρνηση χωρίς να ξεσηκωθούν οι Γερμανοί. Αφήστε που δεν μας έχουν και καμία εμπιστοσύνη ότι αν μας πουν «σας χαρίζουμε ακόμα ένα μέρος του χρέους», δεν θ' αρχίσουμε την κωλυσιεργία στην εφαρμογή των μέτρων που πραγματικά απαιτούνται για τον εκσυγχρονισμό της χώρας, όπως έκαναν οι αλήστου μνήμης Αλογοσκούφηδες, Παπακωνσταντίνου, Κατσέλες κλπ., και δεν θ' αρχίσουμε να διορίζουμε ξανά ένα σωρό κόσμο στο δημόσιο.

Υπάρχει, λοιπόν, ένας φαύλος κύκλος και πρέπει να βρεθεί κάποιος τρόπος να μας χαρίσουν μέρος του χρέους χωρίς να φανεί ότι μας το χαρίζουν. Έτσι ώστε καμία άλλη χώρα να μη ζητήσει κάτι τέτοιο, αλλά και να μη αναγκαστούν όλες οι χώρες που μας δάνεισαν να δώσουν χρήματα. Και ποιος είναι αυτός ο τρόπος; Μα, οι πολεμικές επανορθώσεις, ίσως ούτε καν όλες αλλά το αναγκαστικό δάνειο (γι' αυτό και ξεκίνησε ο διαχωρισμός τους από ελληνικής πλευράς). Οι Γερμανοί θα πουν στο λαό τους «τί να κάνουμε, τους χρωστάμε, πρέπει να τα δώσουμε πίσω» (ίσως και μετά από κάποια απόφαση διεθνούς διαιτησίας), εμείς θα παραστήσουμε τους εθνικά υπερήφανους που δεν απεμπολούν τα απαράγραπτα δικαιώματά τους, οι άλλες χώρες θα πουν, «αυτό είναι ένα θέμα ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία», θα συμψηφίσουμε ένα μέρος του δικού μας χρέους προς τη Γερμανία με το πολεμικό χρέος των Γερμανών προς εμάς και όλοι θα είναι ευχαριστημένοι; Μήπως το έχουν συζητήσει κιόλας μεταξύ τους και περιμένουν κάποια χρονική στιγμή ανάμεσα στις γερμανικές και τις επόμενες ελληνικές εκλογές για να το προχωρήσουν; Μήπως;

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Η αλήθεια για την Κύπρο

Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπιζόταν στην Ελλάδα η κρίση στη Κύπρο, θα αναδείκνυε τη γνωστή υστερία που μας χαρακτηρίζει, την καταστροφολαγνεία που εκπέμπουν τα τηλεοπτικά κανάλια και την αμετροέπεια των πολιτικών, που λένε ότι νά 'ναι γιατί ξέρουν ότι οι Έλληνες ξεχνούν πολύ γρήγορα. Είναι όμως ν' απορεί κανείς με την επιλεκτική αμνησία που εμφανίζεται σ' αυτήν τη χώρα και με την προσπάθεια όσων θεωρούν ότι αντιπολίτευση σημαίνει άρνηση ακόμα της λογικής και διαστρέβλωση της πραγματικότητας, να αναδείξουν τον παραλογισμό τους με επιχειρήματα που βρίσκονται στην αντίθετη κατεύθυνση από τα ελληνικά συμφέροντα.

Απορίες προκαλεί πρώτα απ' όλα η υστερία με το κούρεμα των καταθέσεων άνω των 100.000 ευρώ στην Κύπρο και η προσπάθεια να αναδειχθεί από μερικούς ως κάτι το αδιανόητο, που αποκαλύπτει «κρυφά σχέδια» τα οποία παρέμενα μέχρι τώρα στη αφάνεια. Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν επανειλημμένως διακηρύξει ότι είναι προστατευμένες οι καταθέσεις ΜΕΧΡΙ 100.000 ευρώ. Σε απλά ελληνικά (και σε κάθε άλλη γλώσσα αυτού του πλανήτη) αυτό σημαίνει πως οι καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ ΔΕΝ είναι εγγυημένες. Το ότι αυτό δεν είχε συμβεί μέχρι τώρα σε ευρωπαϊκή χώρα δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, γιατί δεν είναι κι ένα μέτρο που παίρνεις ανά πάσα στιγμή, αλλά όταν οι συνθήκες δεν επιτρέπουν κάτι καλύτερο (ή, αν προτιμάτε, κάτι λιγότερο κακό, γιατί μια χρεοκοπία πάντα συνεπάγεται κάτι κακό). Η μη εγγύηση των καταθέσεων άνω των 100.000 ευρώ (πολύ υψηλότερων στην ουσία, γιατί είναι 100.000 ευρώ ανά τράπεζα και ανά άτομο) σημαίνει ότι μπορούν κάτω από ορισμένες συνθήκες να απομειωθούν κι αυτό ακριβώς συνέβη. Πολύ κακό, αλλά όχι για να πέφτουμε και από τα σύννεφα.

Γιατί στην Κύπρο συνδυάζονταν όλες αυτές οι συνθήκες που θα δικαιολογούσαν κάτι τέτοιο. Κατ' αρχάς τράπεζες έχουν χρεοκοπήσει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, διασώθηκαν όμως από τις χώρες τους και οι καταθέτες δεν έχασαν τα λεφτά τους. Με τα θηριώδη μεγέθη στα οποία είχαν εξελιχθεί οι κυπριακές τράπεζες, χωρίς μάλιστα αντίστοιχες εξασφαλίσεις, πολύ απλά η κυπριακή κυβέρνηση δεν είχε τα οικονομικά μέσα για να τις σώσει και να εξασφαλίσει όλες τις καταθέσεις, όπως έκαναν άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Κι αυτό δεν έχει σχέση ούτε με το ευρώ ούτε με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην πραγματικότητα μάλιστα η κατάσταση θα ήταν πολύ χειρότερη εκτός ευρώ, γιατί αν οι ξένοι καταθέτες είχαν καταθέσεις σε ξένο συνάλλαγμα, όπως είναι απολύτως λογικό, η αναπόφευκτη υποτίμηση της κυπριακής λίρας θα έκανε ακόμα δυσκολότερη τη διάσωση των τραπεζών και την εξασφάλιση των καταθέσεων. Εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν το συζητάμε, τα 10 δις ευρώ που θα δοθούν από την ΕΕ για την αντιμετώπιση του προβλήματος θα έπρεπε να τα βρει η κυπριακή κυβέρνηση από αλλού, δηλαδή από ...πουθενά!

Ακόμα πιο εξοργιστικό όμως, κάτι που δείχνει και την αθλιότητα στην οποία έχει φτάσει ο λαϊκισμός στην Ελλάδα, είναι το γεγονός ότι αυτοί που φωνάζουν περισσότερο, είναι εκείνοι που έλεγαν πόσο... μάγκες είναι οι Ισλανδοί, που άφησαν τις τράπεζές τους να χρεοκοπήσουν και τους ξένους καταθέτες να χάσουν όλα τα λεφτά τους (μόνον έτσι έγινε δυνατή η εξασφάλιση του συνόλου των καταθέσεων των Ισλανδών πολιτών, κάτι που θα μπορούσε να γίνει και στην Κύπρο, αν «κουρευόταν» το σύνολο των καταθέσεων των εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης καταθετών)! Οι ίδιοι άνθρωποι μας λένε τώρα, ότι στην Κύπρο κακώς δεν προστατεύτηκαν οι ξένοι καταθέτες για τα άνω των 100.000 ποσά κι ότι θα έπρεπε οι Ευρωπαίοι να κόψουν το λαιμό τους και βρουν όσα δις χρειάζονταν για να εξασφαλιστούν οι καταθέσεις των Ρώσων. Ταυτόχρονα -άλλη αντίφαση, που μας οδηγεί πλέον στα μονοπάτια της ψυχιατρικής- οι ίδιοι πανηγύριζαν για την άρνηση της κυπριακής Βουλής να αποδεχθεί την αρχική πρόταση Αναστασιάδη (που ξετσίπωτα κάποιοι ψεύτες προσπάθησαν να μας πείσουν ότι ήταν ευρωπαϊκή πρόταση) για μικρό κούρεμα και των μικρότερων καταθέσεων, που θα μπορούσε να περιορίσει σε λογικά επίπεδα των κούρεμα των μεγάλων, το οποίο εκ των υστέρων μας λένε τώρα ότι θα κάνει κακό στην Κύπρο! Τότε γιατί δεν υποστήριζαν την αρχική πρόταση, που απλώς θα στερούσε όλους τους καταθέτες, μικρούς και μεγάλους, από ποσά που θα ήταν λιγότερα από τους τόκους δύο ετών;

Όσο για το επιχείρημα περί Λουξεμβούργου και άλλων χωρών (ακόμα και της Ελβετίας, η οποία δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση!) με «φουσκωμένο» τραπεζικό τομέα, για τις οποίες «δεν μιλάει κανείς», ξεπερνάει και τα όρια της γελοιότητας. Πρώτον, δεν μιλάει κανείς γιατί δεν χρεοκόπησαν αυτές οι τράπεζες, ούτε ζήτησαν διάσωση από της ΕΕ οι χώρες στις οποίες βρίσκονται. Δεύτερον, οι περισσότερες απ' αυτές ανήκουν σε μεγάλους ξένους ομίλους, άρα έχουν πολύ μεγαλύτερη κεφαλαιακή βάση και εξασφαλίσεις. Τρίτον, αυτές οι τράπεζες δεν δίνουν εξωφρενικά επιτόκια όπως οι κυπριακές, οπότε δεν χρειάζεται μετά να κάνουν επενδύσεις με υψηλές αποδόσεις αλλά μεγάλο ρίσκο για να ισοσκελίζουν τους τόκους που δίνουν, άρα κινδυνεύουν πολύ λιγότερο να χρεοκοπήσουν. Το πιο παλαβό, όμως, είναι ότι όλοι αυτοί οι κύριοι που θρηνούν στην Ελλάδα για τις κυπριακές τράπεζες, ξεχνούν ότι ο τρόπος λειτουργίας τους ήταν πρώτα απ' όλα αντίθετος με τα ελληνικά συμφέροντα. Γιατί σε αυτές κατευθύνθηκε μεγάλο μέρος των ελληνικών καταθέσεων που έφυγε από τις ελληνικές τράπεζες την περίοδο της εκλογικής αβεβαιότητας, αλλά και χρήματα Ελλήνων που απλώς ήθελαν να επωφεληθούν από τις τζογαδόρικες αποδόσεις που έδιναν οι κυπριακές τράπεζες. Θα μπορούσαν να μας εξηγήσουν γιατί ακριβώς θα έπρεπε να κλάψουμε τώρα που αποδείχθηκε ότι ο τζόγος έχει ρίσκο;

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Για την υποβάθμιση της παιδείας

Ο διαχωρισμός των διαφόρων χωρών του πλανήτη σε αναπτυγμένες και μη, γίνεται με οικονομικά κριτήρια, υπάρχει όμως κι ένας άλλος διαχωρισμός που μπορεί να γίνει, με πολιτικά κριτήρια, σχετικά με τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, την ισότητα των δύο φύλων, την ανοχή της κοινωνίας στο διαφορετικό, την ανεξιθρησκία κλπ. Σ' αυτόν το διαχωρισμό δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι όλες οι οικονομικά αναπτυγμένες χώρες βρίσκονται στην ίδια ακριβώς κατάσταση. Στην πολιτική ανάπτυξη παίζει σημαντικό ρόλο και η παιδεία κι αυτή δεν είναι αντίστοιχου επιπέδου σε όλες τις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες. Γιατί οι μορφωμένοι άνθρωποι που χρειάζεσαι για να κινήσουν μια οικονομία μπορούν τελικά να είναι ακόμα και... εισαγόμενοι, αλλά για να έχεις υψηλού επιπέδου κοινωνική ανάπτυξη και πολιτικό πολιτισμό χρειάζεται υψηλού επιπέδου παιδεία για όλο τον πληθυσμό, εγχώριο ή εισαγόμενο. Φυσικά η πολιτική ανάπτυξη συνεπάγεται πάντα και οικονομική ανάπτυξη, γιατί ένας μορφωμένος λαός έχει και υψηλές απαιτήσεις, και μεγαλύτερες ικανότητες για να τις ικανοποιήσει.

Το κακό για τις κυβερνήσεις είναι ότι ένα πληθυσμό με υψηλό επίπεδο μόρφωσης δεν τον ελέγχουν εύκολα. Πρέπει να τον πείθουν για τις επιλογές τους με σοβαρότητα και επιχειρήματα, ο λαϊκισμός δεν έχει την ίδια αποδοχή όσο σ' ένα πληθυσμό χαμηλής παιδείας, τα ψέματα γίνονται πιο γρήγορα αντιληπτά, οι διεκδικήσεις είναι μεν λιγότερο παράλογες και παρορμητικές, αλλά και πολύ πιο τεκμηριωμένες και πιεστικές κλπ. Και γι' αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι στην Ελλάδα υπάρχει εδώ και δεκαετίες μία σταθερή προσπάθεια υποβάθμισης της παιδείας, και από τα κόμματα που ασκούσαν εξουσία και από εκείνα της αντιπολίτευσης. Γιατί η παροχή υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης, ακόμα και πέρα από τις απαιτήσεις της οικονομίας για συγκεκριμένο αριθμό πτυχιούχων, αποτελεί παραδοσιακά μία από τις προτεραιότητες της ελληνικής οικογένειας. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη απειλή για τους πολιτικάντηδες όλων των παρατάξεων, που γνωρίζουν ότι η μετριότητά τους δύσκολα αντέχει σε κριτική αντιμετώπιση από ένα μορφωμένο πληθυσμό.

Οι κόντρες, λοιπόν που γίνονται τα τελευταία χρόνια γύρω από τα κάθε είδους σχέδια για αλλαγές στην ανώτατη παιδεία, για αξιολόγηση των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων, για συγχώνευση, κατάργηση ή ίδρυση σχολών κλπ., ξεπερνούν την κλασική πολιτική αντιπαράθεση και κρύβουν άλλες προθέσεις. Γι' αυτό και δημιουργούν τεράστιες αντιθέσεις ακόμα και μέσα στα ίδια τα κόμματα που τις προτείνουν, αλλά και συγκλίσεις ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικών ιδεολογικών καταβολών. Υπάρχουν άνθρωποι καλών προθέσεων, που αντιλαμβάνονται πόσο σημαντική είναι για την Ελλάδα μια αναβαθμισμένη παιδεία και προσπαθούν -περισσότερο η λιγότερο πετυχημένα και οργανωμένα αλλά πάντως προσπαθούν- να κάνουν αλλαγές προς αυτήν την κατεύθυνση. Και υπάρχουν άλλοι που αντιλαμβάνονται ότι αυτό θα τους αφαιρέσει το έλεγχο και προσπαθούν την επιθυμία της ελληνικής οικογένειας για εκπαίδευση των παιδιών της, να την ισορροπήσουν με υποβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, έτσι ώστε αυτή να βγάζει ημιμαθείς πτυχιούχους, εύκολη λεία για τις κομματικές νεολαίες και τους στρατούς των κρατικοδίαιτων στελεχών.

Πριν από πολλά χρόνια ένα από τα πιο επαναστατικά συνθήματα που επινόησε ποτέ το ΚΚΕ ήταν το «πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα», με πρακτική εφαρμογή μάλιστα, αφού και η «γραμμή» που είχε δοθεί στους νεολαίους του κόμματος στα πανεπιστήμια ήταν πράγματι να προσπαθούν να διακρίνονται στις σπουδές που έκαναν. Μια επιλογή πολύ σωστή βεβαίως, αφού οι μορφωμένοι άνθρωποι είναι προφανές ότι θα γίνονται και πιο ικανά πολιτικά στελέχη κι όταν χρειαστεί να υπηρετήσουν τη χώρα θα είναι πολύ πιο αποτελεσματικοί. Το σύνθημα φυσικά εγκαταλείφθηκε πολύ σύντομα, για να καταλήξουμε στους «αγώνες» ενάντια στην «εντατικοποίηση των σπουδών». Γιατί οι αμόρφωτες μετριότητες που είχαν το πάνω χέρι στο κόμμα, αντιλήφθηκαν ότι οι μορφωμένοι θα έθεταν σε κίνδυνο τη δική τους εξουσία, θα είχαν και άποψη, θα τους έκριναν αυστηρότερα και τελικά θα τους έκαναν στην άκρη. Αντίστοιχη ήταν η αντιμετώπιση από όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος, με τα δύο κυβερνητικά κόμματα να καταντούν τα σχολεία κέντρα παροχής πελατείας για τα φροντιστήρια και τα πανεπιστήμια κέντρα παροχής πελατείας για τα σουβλατζίδικα και τους ιδιοκτήτες ακινήτων σε κάθε ελληνική κωμόπολη. Ενώ η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση, το κόμμα που κάποτε αγκάλιαζαν όλοι οι διανοούμενοι, κατέληξε με ηγέτη ένα προϊόν αυτής ακριβώς της υποβαθμισμένης παιδείας, έναν ημιμαθή που ανδρώθηκε πολιτικά μέσα από τις καταλήψεις και την παρεμπόδιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Για το τσίρκο του Καμμένου και τους ναζί της ΧΑ, δεν χρειάζεται να αναφέρουμε τίποτα. Ως υποπροϊόντα της πολιτικής, επιθυμούν και προωθούν εξ ορισμού τα υποπροϊόντα της παιδείας. Οι «αρχαίοι ημών πρόγονοι» θα έφριτταν αν έβλεπαν τη σημερινή κατάντια μας...

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Τί είπε ο κ. Τόμσεν

Η αξιοπιστία των ελληνικών μέσων ενημέρωσης δεν είναι και η καλύτερη στον κόσμο. Ιδιαίτερα αυτή που προέρχεται από τα τηλεοπτικά κανάλια είναι ένα μίγμα σοφιστείας και λαϊκισμού, που μαζί με την αίσθηση «ριάλιτι σόου» που δημιουργούν τα πολλαπλά «παράθυρα», οδηγεί σε κάτι που μοιάζει περισσότερο με τηλεπαιχνίδι του τύπου «βρείτε ποιος λέει την αλήθεια» ή «βρείτε ποια είναι η αλήθεια», παρά σε δελτία έγκυρων ειδήσεων. Αλλά και στο χώρο των εντύπων, έχουμε φτάσει στο σημείο να πουλάνε οι περισσότερες εφημερίδες με βάση τα κουπόνια των σούπερ μάρκετ που προσφέρουν, την επιλογή φτηνής ψυχαγωγίας με DVD κάθε είδους και με κληρώσεις χιλιάδων ευρώ, τύπου «εθνικό λαχείο». Οπότε, το ενημερωτικό περιεχόμενό τους είναι από δευτερεύον ως παντελώς άχρηστο (υπάρχουν πλέον άνθρωποι που αγοράζουν πολλαπλά φύλλα της ίδιας εφημερίδας μόνο για να κόψουν τα κουπόνια, που είναι μεγαλύτερης αξίας) και μ' αυτόν τον τρόπο το αντιμετωπίζουν και οι εκδότες τους (δυστυχώς και πολλοί δημοσιογράφοι). Η λογική είναι «έτσι κι αλλιώς δεν μας αγοράζουν επειδή μας θεωρούν αξιόπιστους, οπότε ας τους πούμε αυτά που θέλουν να ακούσουν, για να μη τους δυσαρεστήσουμε».

Κι αυτό ακριβώς είναι το κλειδί της κατάντιας μας, γιατί βέβαια πρώτα απ' όλα δεν φταίει αυτός που προσφέρει το κακό προϊόν, αλλά εκείνος που το ανέχεται και το αγοράζει. Οι χιλιάδες αναγνώστες, ακροατές, τηλεθεατές, που ακόμα και σ' αυτές τις θλιβερές ώρες που περνάμε, αυτήν τη στιγμή της κάθαρσης που αποκαλύφθηκαν (και αποκαλύπτονται καθημερινά) όλες οι παθογένειες της κοινωνίας μας, αρνούνται να δουν την αλήθεια κατάματα. Εγκλωβισμένοι σ' ένα υπερτροφικό «εγώ», που μας χαρακτηρίζει δυστυχώς εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια, αλλά ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο στη σύγχρονη εποχή με την υπερβολική έμφαση που δίνουμε σ' αυτήν την ένδοξη ιστορία που βρίσκεται πίσω μας, βλέπουμε παντού φταίχτες εκτός από τον εαυτό μας. Οπότε στρεφόμαστε προς αυτούς που μας παρέχουν στρεβλή (ή και εντελώς ψευδή) πληροφόρηση, επειδή αυτή μας βολεύει και μας αρέσει να ακούμε.

Δείτε τί γίνεται τελευταία με τις περίφημες δηλώσεις παραγόντων του ΔΝΤ περί των λαθών του ταμείου απέναντι στην Ελλάδα και της αστοχίας των προβλέψεών τους για τα αποτελέσματα του προγράμματος που εφαρμόστηκε. Ακόμα και δημοσιογράφοι που αρχικά είχαν υποστηρίξει τα περιβόητα «μνημόνια», βρήκαν την ευκαιρία να χαϊδέψουν αυτιά (μπας και αυξήσουν κι άλλο το κοινό τους) και άρχισαν να κραυγάζουν ότι το οι ίδιοι οι δανειστές παραδέχονται πως πρόγραμμα είναι λανθασμένο, ότι πρέπει να απαιτήσουμε την αλλαγή του κλπ. Λησμονώντας βέβαια πως όταν μιλάμε για τέτοια θέματα, τα οποία μάλιστα εξαρτώνται από διεθνείς παράγοντες και ελάχιστα από εμάς, δεν υπάρχει «σωστό» και «λάθος», αλλά εφικτό και ανέφικτο. Αν θέλουμε ένα πιο χαλαρό πρόγραμμα (για το οποίο να διευκρινίσω ότι θα πανηγύριζα προσωπικά, γιατί και τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές μου δυσκολεύομαι να πληρώσω, και δουλειά δεν μπορώ να βρω από τότε που απολύθηκα εδώ και τρία χρόνια), αυτό το πρόγραμμα (και τα ελλείμματα που συνεπάγεται, ακόμα κι αν χαριστούν όλα τα χρέη) κάποιος πρέπει να το χρηματοδοτήσει. Κι αυτός ο κάποιος σήμερα δεν υπάρχει.

Το χειρότερο είναι, ότι προσπαθούμε να κρυφτούμε πίσω από τα «λάθη» που ομολογεί το ΔΝΤ, χωρίς να συνειδητοποιούμε (προφανώς γιατί οι περισσότεροι δεν έκαναν τον κόπο να διαβάσουν όλες τις σχετικές δηλώσεις, αλλά αρκέστηκαν στην ερμηνεία τους από τους λαϊκιστές των τηλεπαράθυρων) ότι αυτά τα λάθη που ομολογούνται αφορούν ακριβώς την αδυναμία πρόβλεψης της δικής μας ανεπάρκειας και της δικής μας απροθυμίας να τηρούμε όσα συμφωνούμε, άρα είναι λίγο δύσκολο να τα επικαλεστούμε προς όφελός μας! Τί είπε όμως ακριβώς ο κ. Τόμσεν (τον οποίο, για να ξεκαθαρίσω, δεν τον έχω και σε μεγάλη υπόληψη, ούτε όμως θεωρώ ότι αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στις επιλογές που έγιναν, γιατί δεν είναι παρά ένας υπάλληλος που εφαρμόζει τις αποφάσεις των ανωτέρων του); Στη συνέντευξή του στο Βήμα στις 30/1, σε ερώτηση σχετικά με τα «προβλήματα στον αρχικό σχεδιασμό του προγράμματος και το πιθανό μερίδιο της δικής του ευθύνης ως οικονομολόγου», απαντάει: «Ποτέ δεν θα μάθουμε τι θα μπορούσε να είχε καταφέρει η Ελλάδα αν είχε εφαρμόσει το αρχικό πρόγραμμα όπως συμφωνήθηκε. Για παράδειγμα, πόσες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις θα είχαν αποφευχθεί αν είχαν βελτιωθεί οι εισπράξεις φόρων όπως είχε σχεδιαστεί, και πόσο χαμηλότερη θα ήταν η ανεργία αν είχαν εφαρμοστεί οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Βέβαια, οι οικονομικές και οι πολιτικές συνθήκες αλλάζουν, και βεβαίως άλλαξαν στην Ελλάδα, με μια πολιτική κρίση να υπονομεύει την εφαρμογή του προγράμματος και να κλονίζει σημαντικά την εμπιστοσύνη των επενδυτών».

Δηλαδή, το «λάθος» που παραδέχεται είναι ότι «δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι συμφωνούσαμε κάποια πράγματα κι εσείς μας κοροϊδεύατε, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι δεν είχατε αντιληφθεί πως ήταν αδύνατο να διατηρήσετε το υπερτροφικό σας κράτος αν θέλατε να μειώσετε τα ελλείμματα, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι θα προτιμούσατε να μειώνετε συντάξεις γερόντων και ν' αυξάνετε τους φόρους αδυνάμων αντί να πάρετε στο κυνήγι 2 εκατομμύρια φοροφυγάδες, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως ενώ το σπίτι σας είχε πάρει φωτιά, εσείς δεν θα κάνατε πολιτική ανακωχή προκειμένου να υποστηρίξετε το πρόγραμμα διάσωσης, αλλά θα είχατε δύο εκλογικές αναμετρήσεις και θ' αλλάζατε 3 κυβερνήσεις σε 6 μήνες, βρίζοντας ο ένας τον άλλο, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως προεκλογικός αγώνας στην Ελλάδα σημαίνει πλήρης παράλυση του κράτους, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως οι εφοριακοί θα έκαναν λευκή απεργία σε βάρος και των δικών τους συμφερόντων, αφού αυτά τα λεφτά που αρνούνταν να μαζέψουν θα μπορούσαν να αποτρέψουν νέες μειώσεις των αποδοχών τους και φόρους στα εισοδήματα και τα σπίτια τους, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι επί τρία χρόνια θα αρνιόσαστε πεισματικά να ανοίξετε δεκάδες κλειστά επαγγέλματα, όπως είχε συμφωνηθεί κι όπως γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη» κλπ., κλπ.

Εμείς τί ακριβώς θα υποστηρίξουμε, όταν επικαλεστούμε τα λάθη του ΔΝΤ; Ότι «αφού είμαστε αναξιόπιστοι και αυτοκαταστροφικοί και δεν θέλουμε να κάνουμε αυτά που συμφωνήσαμε, έπρεπε να καταστρώσετε ένα χαλαρό πρόγραμμα, να μας δώστε λεφτά χωρίς εγγυήσεις για να μην υποφέρει ο κόσμος και, αν δημιουργούσαμε και νέα χρέη, να μας τα χαρίσετε κι αυτά, όπως τα δεκάδες δισεκατομμύρια που κουρέψαμε ήδη»; Και πιστεύουμε πραγματικά πως θα βρεθεί έστω και ένα κράτος, οργανισμός, τράπεζα στον κόσμο που θα μας δώσει έστω κι ένα ευρώ με τέτοια επιχειρηματολογία;

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Φωτιά στα μπατζάκια μας!

Το γεγονός ότι την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ισχυρός ο θεσμός της οικογένειας, μας βοηθάει να ξεπερνάμε δύσκολες περιόδους με λιγότερο επώδυνες συνέπειες από εκείνες που θα υπήρχαν σε μία κοινωνία όπου ο καθένας παλεύει για τον εαυτό του και μόνο. Η προστασία, όμως, που παρέχει η μέση ελληνική οικογένεια στα παιδιά της εξελίσσεται πολλές φορές σε υπερπροστασία, δημιουργώντας και πολλά κακομαθημένα παιδιά. Κι επειδή εξακολουθεί και μετά την ενηλικίωση, πολλοί Έλληνες σκέπτονται και φέρονται σε όλη τους τη ζωή σαν κακομαθημένα παιδιά. Με αποτέλεσμα να παίρνουν παράλογες αποφάσεις, αλλά και να αρνούνται μετά να δεχτούν τις συνέπειες αυτών των αποφάσεων, περιμένοντας από το κράτος-μπαμπά (ή μαμά!) να έρθει να τους ξεμπλέξει, όπως έκαναν επί χρόνια οι γονείς τους. Κι όταν αυτό δεν γίνεται, οι αντιδράσεις φτάνουν στο επίπεδο... νηπιακής ηλικίας, σε βάρος ακόμα και του... ίδιου του εαυτού τους (ελπίζοντας ότι το κράτος θα υποχωρήσει τελικά στις απαιτήσεις τους, όπως έκαναν και οι γονείς που τους κακόμαθαν).

Δείτε τί γίνεται αυτή την εποχή με το πρόβλημα που δημιούργησε η υψηλή τιμή του πετρελαίου θέρμανσης (πρόβλημα υπαρκτό βεβαίως). Όπως ήταν φυσιολογικό, αφού ακρίβυνε ένα είδος πρώτης ανάγκης, πολλοί έκαναν προσπάθεια να βρουν εναλλακτικές λύσεις χαμηλότερου κόστους. Πολύ φυσιολογική αντίδραση μέχρις εδώ, αλλά από εδώ και πέρα αρχίζουν τα παράλογα. Πρώτον, ελάχιστοι ήταν αυτοί που έψαξαν το θέμα πριν πάρουν αποφάσεις, που ρώτησαν ή διάβασαν τί λέει κάποιος που ξέρει το θέμα (η τεχνοφοβία τους είναι τέτοια, που προτιμούν να πάρουν συμβουλές από τη γειτόνισσα παρά από μηχανικό, ακόμα κι αν το ερώτημα είναι «πώς θα πάω στο φεγγάρι;!»), που έκαναν ένα στοιχειώδη οικονομικό υπολογισμό. Διαφορετικά, πολλοί από αυτούς θα έβλεπαν πως με την τιμή στην οποία κατέληξε τελικά να πωλείται το πετρέλαιο θέρμανσης (γύρω στο 1,30), θα μπορούσαν με πιο ορθολογική χρήση του καλοριφέρ να κάνουν οικονομία της τάξης του 20% σε σχέση με πέρσι, οπότε το έξοδο της θέρμανσης θα παρέμενε στα περσινά επίπεδα!

Υπάρχουν, όμως, κι αυτοί που πράγματι δεν μπορούν να κάνουν περισσότερη οικονομία στο καλοριφέρ, γιατί ήδη από πέρσι είχαν περιορίσει στο ελάχιστο τη χρήση του και δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια για μείωση. Πολλοί κατέφυγαν στα τζάκια (όταν υπήρχαν) ή έκαναν ένα ακόμα έξοδο και αγόρασαν ξυλόσομπες. Χωρίς βεβαίως κανείς να σκεφτεί πως αυτού του είδους η θέρμανση ούτε αποτελεσματική είναι, ούτε οικονομική τελικά, γιατί η καύση ξύλων σ' ένα απλό τζάκι ή μία σόμπα έχει πολύ χαμηλό συντελεστή απόδοσης σε ό,τι αφορά τη θέρμανση. Αν σκεφτούμε, λοιπόν, ότι το τζάκι ή η σόμπα θερμαίνουν ένα μόνο χώρο, αφήνοντας παγωμένο το υπόλοιπο σπίτι, θα μπορούσαμε να έχουμε το ίδιο αποτέλεσμα κλείνοντας τα σώματα του καλοριφέρ στο υπόλοιπο σπίτι και αφήνοντας ανοιχτά μόνο τα σώματα του χώρου όπου τώρα έχουμε το τζάκι. Ο χώρος θα θερμαινόταν πολύ καλύτερα απ' ό,τι με το τζάκι ή τη σόμπα, χωρίς αναθυμιάσεις και καπνούς και με όχι μεγαλύτερο κόστος. Αλλά, όπως συνηθίζουμε στην Ελλάδα, συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα και μετά παίρνουμε κρίσιμες αποφάσεις από μία σύγκριση εξαρχής λανθασμένη.

Ας πούμε, όμως ότι όλα αυτά είναι δύσκολα να τα σκεφτεί κανείς (αν και δεν είναι καθόλου δύσκολο να τα μάθει ρωτώντας!) και τελικά χιλιάδες Έλληνες κατέληξαν στα ξύλα. Εδώ αρχίσει πλέον η υστερία του κακομαθημένου. Κατ' αρχάς αυτοί που καίνε ξύλα βαμμένα ή επεξεργασμένα με χημικά είναι για δέσιμο! Δεν χρειάζεται να είσαι γιατρός για να καταλάβεις ότι γεμίζεις πρώτα απ' όλα το σπίτι σου και μετά την ατμόσφαιρα με τοξικές αναθυμιάσεις, που μπορεί να καταστρέψουν για πάντα την υγεία σου. Δηλαδή για να αποφύγεις το κρυολόγημα, επιλέγεις τον καρκίνο!!! Όταν δε ορισμένοι, ακούγοντας ότι αυτό που κάνουν είναι καταστροφικό για την υγεία, απαντούν «ας μην αύξανε το κράτος το πετρέλαιο», σηκώνεις τα χέρια ψηλά και σκέφτεσαι πως χρειάζεται... νηπιαγωγός για να τους συνεφέρει! Θυμίζουν κάποια κακομαθημένα πιτσιρίκια που... χτυπάνε το κεφάλι τους στο πάτωμα ή στον τοίχο όταν οι γονείς τους δεν τους κάνουν κάποιο χατίρι, γιατί γνωρίζουν ότι οι γονείς τελικά θα υποχωρήσουν! Μόνο που στην κοινωνία τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα σου κάνουν το χατίρι όταν απειλείς να αυτοκαταστραφείς!

Εκείνο, όμως, που μου κάνει τρομερή εντύπωση είναι οι αντιδράσεις μερικών στις ανακοινώσεις για το πόσο επικίνδυνη είναι για την υγεία η καύση ακόμα και κανονικών καυσόξυλων σε χιλιάδες απλά τζάκια στις πόλεις, λόγω της αλματώδους αύξησης των αιωρούμενων σωματιδίων. Διάβασα σχόλια σε forum στο Internet, τα οποία μέχρι που κατακεραύνωναν και τον ιατρικό σύλλογο για τη σχετική ανακοίνωσή του για την επικινδυνότητα του νέφους με τα σωματίδια, ανακατεύοντας ακόμα και το... μνημόνιο στην επιχειρηματολογία τους! Η υστερία στο αποκορύφωμα δηλαδή, από ενήλικους με μυαλό κακομαθημένου πεντάχρονου (το πολύ!), που δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η αντίθεση στο όποιο μνημόνιο δεν αρκεί για να αλλάξει τους νόμους της Φυσικής και της Χημείας κι ότι ο γιατρός, είτε είναι υπέρ είτε κατά του μνημονίου, οφείλει να λέει αυτό που υπαγορεύει η ιατρική επιστήμη. Διάβασα κάποιον να λέει «αφού το κράτος δεν με αφήνει να ζεσταθώ, δεν θα σκεφτώ το πρόβλημα που δημιουργώ στην υγεία του διπλανού μου»! Η παιδική ανωριμότητα ωχριά μπροστά στο επιχείρημα! Και η δική σου υγεία ρε μεγάλε; Και η υγεία των παιδιών σου; Δεν έχεις πάρει χαμπάρι ότι πρώτα εσύ αναπνέεις ό,τι καις και μετά πάει στους άλλους; Ή μήπως εσένα σε προστατεύει η... αντίθεση στο μνημόνιο;

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Η αλήθεια που δεν θέλουμε να δούμε

Στην Ελλάδα έχουμε εμποτιστεί από τα γεννοφάσκια μας σε μια συμπλεγματική νοοτροπία, που μας κάνει να πιστεύουμε πρώτον, πως είμαστε οι πρώτοι και οι πιο μάγκες στον πλανήτη και όλοι οι άλλοι μας χρωστάνε και δεύτερον, πως επειδή είμαστε τόσο μάγκες και έξυπνοι, οτιδήποτε στραβό μας συμβαίνει δεν οφείλεται στις δικές μας βλακείες, αλλά σε κάποιους ξένους που άλλη δουλειά δεν έχουν παρά να κοιμούνται και να ξυπνούν ψάχνοντας τρόπους για να τη φέρουν στον... ογκόλιθο της διεθνούς πολιτικής και της παγκόσμια οικονομίας που λέγεται Ελλάς. Το ότι μετά από μερικές χιλιάδες χρόνια ιστορίας κι ένα σωρό βλακώδεις επιλογές, εμφύλιους σπαραγμούς και συνεχή εσωτερική υπονόμευση καταφέραμε από κυρίαρχοι της Μεσογείου να συρρικνωθούμε σ' ένα μικρό κράτος μόλις 11 εκατομμυρίων, με ασήμαντη οικονομία και ασήμαντη πολιτική επιρροή δεν μας λέει τίποτα. Φταίνε «οι ξένοι», πάει τελείωσε!...

Με αυτήν ακριβώς τη νοοτροπία αντιμετωπίζουμε και τη συμφορά που μας βρήκε τα τελευταία τρία χρόνια, για την οποία έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι φταίνε οι ξένοι που δεν μας χαρίζουν σε μόνιμη βάση λεφτά, γιατί αν μας τα δανείζουν για να καλύψουμε τα ελλείμματα μας, ακόμα και με ελάχιστο επιτόκιο, είναι εξ ορισμού «τοκογλύφοι». Εμείς δε κλέβουμε το κράτος, δεν έχουμε σπάταλο δημόσιο, δεν κάνουμε ό,τι μπορούμε για ν' αποτρέψουμε τις επενδύσεις, δεν καταστρέφουμε το περιβάλλον, δεν έχουμε διαφθορά και γραφειοκρατία, δεν έχουμε καθόλου αργόσχολους που μισθοδοτούνται με δημόσιο χρήμα και είμαστε απλώς θύματα των κακών ξένων. Που έχουν το σατανικό σχέδιο να μας υποχρεώσουν να παίρνουμε χαμηλούς μισθούς για να επενδύσουν μετά εδώ και να έχουν υπερκέρδη (το γιατί επενδύουν σε χώρες με πολύ υψηλούς μισθούς δεν μας το εξηγούν, προφανώς γίνεται γιατί ειδικά εμάς μας... αντιπαθούν και ευχαριστιούνται να μας βλέπουν χαμηλόμισθούς).

Βεβαίως οι μισθοί πέφτουν δραματικά και οι επενδύσεις όχι μόνο δεν έρχονται, αλλά φεύγουν κι αυτές που υπήρχαν με τους ψηλότερους προηγούμενους μισθούς και για όλα φταίει τελικά η κακιά τρόικα (σαν την κακιά μάγισσα των παραμυθιών), που μας επιβάλλει ένα πρόγραμμα που «δεν βγαίνει». Το γεγονός ότι δεν βγαίνει γιατί τελικά εμείς έχουμε επιλέξει τη συγκεκριμένη κατεύθυνση και δεν θέλουμε να εφαρμόσουμε άλλα μέτρα που πρότειναν οι ξένοι (κι εφαρμόζουν και στις δικές τους χώρες) πριν τη μείωση μισθών και συντάξεων και την αλματώδη αύξηση των φόρων δεν το αναφέρει κανείς. Κι όμως μόλις αυτήν την εβδομάδα η τρόικα αποδέχτηκε να μη γίνει μία συμφωνημένη στο μνημόνιο αύξηση τιμών, επειδή το κράτος πέτυχε ισοδύναμο αποτέλεσμα με αυτό που υπαγορεύει η κοινή λογική: το κυνήγι των κλεφτών, που επιβαρύνουν τους έντιμους.

Με το νέο χρόνο επρόκειτο να αυξηθούν τα εισιτήρια στις αστικές συγκοινωνίες της Αθήνας, που ήταν μονίμως ελλειμματικές. Και, ω του θαύματος, μόλις το ελληνικό κράτος άρχισε να κάνει αυτό που κάνουν όλα τα πολιτισμένα κράτη του κόσμου, να κάνει ελέγχους για να κυνηγήσει τους τζαμπατζήδες, τα έσοδα των συγκοινωνιακών φορέων αυξήθηκαν παρά τη μείωση της επιβατικής κίνησης (λόγω της κρίσης και της ανεργίας), κάλυψαν τα ελλείμματα και η τρόικα, που υποτίθεται ότι επιβάλλει τις αυξήσεις, δέχτηκε φυσικά να μη γίνει η αύξηση της τιμής των εισιτηρίων, αφού το ζητούμενο δεν ήταν η αύξηση, αλλά η εξαφάνιση του ελλείμματος. Η αύξηση μετατέθηκε για το φθινόπωρο, οπότε θα ελεγχθούν πάλι τα νούμερα κι αν το αποτέλεσμα εξακολουθεί να είναι θετικό (στην πράξη δηλαδή, αν εξακολουθήσουμε τους ελέγχους και δεν ατονήσουν!) θα ματαιωθεί. Εξίσου σημαντικό δε, είναι ότι υπάλληλοι που γέμιζαν τα γραφεία των συγκοινωνιακών φορέων και κινδύνευαν με απολύσεις, θα αξιοποιηθούν τώρα στους ελέγχους, εξασφαλίζοντας έσοδα για τις συγκοινωνίες και δουλειά γι' αυτούς.

Αυτήν την εβδομάδα, όμως, δόθηκε απάντηση και σ' έναν άλλο μύθο, αυτόν που θέλει τις υψηλότερες τιμές προϊόντων στην Ελλάδα σε σχέση με άλλες χώρες να οφείλονται μόνο στα «καρτέλ» και τους «κερδοσκόπους» (που προφανώς μόνο την Ελλάδα έχουν ως στόχο στα σχέδιά τους!) και όχι στις εγγενείς αδυναμίες της ελληνικής κοινωνίας, τις οποίες οι ίδιοι οι Έλληνες δημιούργησαν. Στο πλαίσιο, λοιπόν, της συμφωνίας που υπογράφηκε με τον ΟΟΣΑ για την παροχή τεχνικής βοήθειας για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας ανακοινώθηκε ότι το κόστος της γραφειοκρατίας ανέρχεται στην Ελλάδα στο 6,8% του ΑΕΠ, αντί για 3,5% που είναι ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και διαβάσαμε ότι οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα αναγκάζονται να δίνουν ετησίως 2 δισεκατομμύρια ευρώ για να καλύψουν τη δαπάνη που προκύπτει από γραφειοκρατικά εμπόδια (χωρίς να υπολογίζουμε και αυτά που χρειάζεται να δίνουν σε κάθε είδους λαδώματα, τα οποία καμία μελέτη δεν μπορεί να υπολογίσει!) Και μετά μας εκπλήσσει το ότι οι επιχειρήσεις περνούν αυτό το κόστος στις τιμές τους, λες και θα το πλήρωνε κάποιος άλλος! Αλλά βέβαια εμάς μας χρωστάει όλη η υφήλιος...