«...τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα, ουκ απράγμονα, αλλ' αχρείον νομίζομεν...»

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Το ζητούμενο των δημοτικών εκλογών

Θα περίμενε κανείς μετά απ' όλα όσα περάσαμε (και περνάμε ακόμα) λόγω της οικονομικής κρίσης και της χρεοκοπίας της χώρας, πως θα είχαμε τουλάχιστον αντιληφθεί την ανάγκη για μια αλλαγή στη νοοτροπία με την οποία ασκείται η πολιτική γενικώς στην Ελλάδα και στην ανάγκη να συμβαδίζουν περισσότερο οι επιλογές των πολιτικών με τις ανάγκες και τις προτεραιότητες των πολιτών. Καθώς πλησιάζει ο χρόνος για τις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης και εντείνονται οι «ζυμώσεις» για τους υποψήφιους, αντιλαμβάνεται κανείς πως η νοοτροπία των πολιτικών κομμάτων δεν έχει αλλάξει καθόλου.

Αντί να δούμε λοιπόν τα κόμματα, που υποτίθεται πως θα έπρεπε να αποτελούν την πρωτοπορία της κοινωνίας στην προσπάθεια απαλλαγής από τις αμαρτίες του παρελθόντος, να εστιάζουν στην ανάγκη επιλογής των ικανότερων ανά περιοχή, ώστε να λυθούν τουλάχιστον κάποια καθημερινά προβλήματα μέχρι να καταφέρουμε να απαλλαγούμε από τα πιο σοβαρά που δημιούργησε η κρίση, είδαμε έναν αγώνα επιλογής κομματικών υποψηφιοτήτων συχνά με κανένα απολύτως αυτοδιοικητικό κριτήριο. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, τα κόμματα δημιουργούν υποψηφίους μέσα από τη δεξαμενή του σκληρού πυρήνα των στελεχών τους, επιλέγοντας ανθρώπους που μπορεί να μην είχαν καν σκεφθεί ποτέ στη ζωή τους την πιθανότητα ν' ασχοληθούν με την τοπική αυτοδιοίκηση. Και η επιλογή αυτή γίνεται με μοναδικό κριτήριο το πολιτικό παιχνίδι της κεντρικής πολιτικής σκηνής.

Μεγάλο μέρος των πολιτών φαίνεται να αντιστέκεται σε αυτήν την επιλογή, πολλοί όμως είναι και εκείνοι που -όπως μπορεί τουλάχιστον να συμπεράνει κανείς από τις δημοσκοπήσεις- αντί να σκεφτούν ποιος μπορεί π.χ. να μαζέψει πιο αποτελεσματικά τα σκουπίδια έξω από την πόρτα τους, προγραμματίζουν μία ψήφο με βάση ρουσφέτια, συμπάθειες ή αντιπάθειες του παρελθόντος και του παρόντος, χωρίς να προβληματίζονται καθόλου σχετικά με το τί πέτυχαν ή δεν πέτυχαν αυτοί που σήμερα διοικούν τους δήμους και τις περιφέρειες κι αυτοί που διεκδικούν την ψήφο μας για να τους διοικήσουν.

Πολύ χαρακτηριστικό είναι αυτό που συμβαίνει στην Αθήνα, μία από τις περιπτώσεις που στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές ξέφυγαν από τον παραδοσιακό κανόνα των κομματικών επιλογών, αναδεικνύοντας ως δήμαρχο έναν άνθρωπο που κατάφερε να πείσει τους πολίτες ότι μπορούσε να διοικήσει την πόλη χάρη στη συμπεριφορά του και τα αποτελέσματα της προηγούμενης δραστηριότητάς του εκτός πολιτικής. Με τις δημοτικές να πλησιάζουν και τον κ. Καμίνη να είναι πάλι υποψήφιος, οι -επίσημοι ή ανεπίσημοι- κομματικοί υποψήφιοι που διεκδικούν τη θέση του έχουν στραφεί σε μία κριτική παλαιάς κοπής, με επιχειρήματα που ξεκινούν από γενικόλογα ευχολόγια και φτάνουν μέχρι τον... αντιμνημονιακό αγώνα (λες και μπορεί να προσφέρει ο οποιοσδήποτε δήμαρχος οτιδήποτε προς αυτήν την κατεύθυνση). Επειδή, όμως δεν πρόκειται για μία οποιαδήποτε πολιτική μάχη, αλλά για μία εκλογή που θα γίνει εν μέσω κρίσης, ο κ. Καμίνης έδωσε προ ημερών κάποια στοιχεία για τον απολογισμού του έργου του που θα έπρεπε να αποτελέσουν την ουσία του διαλόγου μεταξύ των υποψηφίων, αλλά δεν είδαμε να συγκινούν κανένα. Ο δήμος Αθηναίων, λοιπόν, που πριν δύο χρόνια χρωστούσε τα... μαλλιά της κεφαλής του δημάρχου κι ακόμα παραπάνω, εμφανίζει το 2013 λογιστικό πλεόνασμα, πληρώνει κανονικά τις δόσεις των δανείων με τα οποία τον είχαν φορτώσει οι προηγούμενες δημοτικές αρχές κι έχει μειώσει σημαντικά τα χρέη προς τους προμηθευτές του.

Όλα αυτά επιτεύχθηκαν όχι με κάποιο χαράτσωμα των πολιτών με υπέρογκες αυξήσεις των δημοτικών τελών (καθώς μάλιστα μειώθηκε σημαντική η κρατική επιχορήγηση), αλλά με μια μεγάλη περιστολή εξόδων, χάρη στη μείωση κατά 30% των ενοικίων των κτιρίων όπου στεγάζονται υπηρεσίες του δήμου με παράλληλη χρήση ιδιόκτητων κτιρίων, τη μείωση κατά 52% του κόστους των υπερωριών και τη μείωση των επιδοτήσεων του δήμου προς τις δημοτικές επιχειρήσεις και τα νομικά πρόσωπα κατά 40 εκατομμύρια ευρώ. Αν κάτι εκφράζει με ακρίβεια τις αρχές της «χρηστής διοίκησης» είναι αυτό. Κι αυτό δεν το είχαμε ποτέ στην Αθήνα, είναι δε κάτι που αποτελεί πρώτη προτεραιότητα στη χρεοκοπημένη Ελλάδα. Δεν γνωρίζω πόσο καλό δήμαρχο θεωρούν ή δεν θεωρούν οι Αθηναίοι ψηφοφόροι τον κ. Καμίνη. Γνωρίζω όμως ότι τα παραπάνω πρέπει να τους προβληματίσουν, όπως πρέπει να τους προβληματίσει και η αδυναμία (ή αδιαφορία) των άλλων υποψηφίων (μεταξύ τους και πρώην δήμαρχοι ή δημοτικοί σύμβουλοι) να μας εξηγήσουν γιατί αυτό το νοικοκύρεμα δεν το έκαναν (ή δεν το απαιτούσαν) στο παρελθόν και πώς ακριβώς θα το πετύχουν με τον ίδιο τρόπο αν κερδίσουν αυτοί. Γιατί με ξένα κόλλυβα όλοι κάνουν το σπουδαίο. Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι να δούμε τί μπορεί να γίνει με όσα λεφτά έχουμε, χωρίς χαράτσια στους πολίτες και φυσικά χωρίς δανεικά. Αυτό είναι το ζητούμενο, αυτό είναι το δύσκολο και πάνω  σ' αυτό κανείς τους δεν έχει δώσει μέχρι στιγμής πειστική πρόταση. Οι ευλογίες των κομματικών μηχανισμών δεν φτάνουν σήμερα.

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Οι ξεχασμένες αξίες

Με την κατάρρευση κάθε συστήματος αξιών στην Ελλάδα, δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι ζούμε σε μία κοινωνία όπου όσα είναι αυτονόητα στον πολιτισμένο κόσμο δεν έχουν την παραμικρή ισχύ εδώ, όπου ο άκρατος ατομισμός διαλύει κάθε προσπάθεια συλλογικής προσέγγισης των προβλημάτων και το ατομικό συμφέρον υπερισχύει του συλλογικού, όπου η αξιοκρατία είναι το ζητούμενο πρώτα και κύρια από όσους δεν πιστεύουν σ' αυτήν κι όπου ο παρασιτισμός, ο εξυπνακισμός, η κομπιναδόρικη δραστηριότητα και η παράκαμψη των νόμων θεωρούνται «μαγκιά» (εκτός εάν αφορούν... τους άλλους). Μερικές φορές, όμως, η ίδια η ζωή βάζει τα πράγματα στη θέση τους και μας θυμίζει και πάλι τα αυτονόητα, μας θυμίζει ότι οι κοινωνίες πάνε μπροστά χάρη στους άξιους και τους ικανούς, μας θυμίζει ότι η λύση των προβλημάτων χρειάζεται προσόντα και ικανότητες και όχι συνθηματολογία από φελλούς, μας θυμίζει ότι η γνώση και ο επαγγελματισμός δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαία συνθήκη για τη σωστή λειτουργία των θεσμών και της κοινωνίας.

Την εβδομάδα που πέρασε την επικαιρότητα απασχόλησε ιδιαίτερα το σκάνδαλο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και μοιραία τα φώτα της δημοσιότητας έπεσαν και πάλι στην εισαγγελέα που χειρίστηκε την υπόθεση, όπως και άλλες σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς που εξακολουθούν να είναι σε εξέλιξη και που οδήγησαν σε απαγγελίες κατηγοριών, προφυλακίσεις και καταδίκες ατόμων που πρωταγωνιστούσαν στην οικονομική και πολιτική ζωή του τόπου. Το νομικό κομμάτι αυτών των υποθέσεων είναι θέμα των ειδικών, το θέμα της ικανοποίησης του «κοινού περί δικαίου αισθήματος» με την τιμωρία ισχυρών που ξεπέρασαν τα όρια και παρέβησαν τους νόμους, αποτελεί ίσως θέμα και των ψυχολόγων, σε μια κοινωνία εξοργισμένη και απογοητευμένη. Αυτή η κοινωνία, όμως, που δυστυχώς ακόμα και τώρα αρνείται να δει τις δικές τις ευθύνες και να κάνει την αυτοκριτική της, οφείλει να δει μια άλλη πτυχή του θέματος, που πολλοί ίσως να θεωρούν ελάχιστα σημαντική, στην πράξη όμως αποτελεί μια πολύ σημαντική παράμετρο του προβλήματος που έχουμε και της λύσης του.

Ποια είναι ακριβώς η εισαγγελέας κυρία Παπανδρέου, που με μεθοδικότητα και επαγγελματισμό έσκαψε εκεί που άλλοι έκρυβαν ως στρουθοκάμηλοι το κεφάλι τους και βρήκε αυτά που έπρεπε να βρεθούν εδώ και χρόνια, αν αυτή η κοινωνία σεβόταν τον εαυτό της; Είναι μία εκπρόσωπος της νέας γενιάς, των τριαντάρηδων που από τώρα και για τις επόμενες δεκαετίες θα έχουν την ευθύνη για της λειτουργία αυτής της χώρας κι αυτής της κοινωνίας, μία νέα γυναίκα που αποφοίτησε με άριστα από τη Νομική Σχολή, που έκανε μεταπτυχιακά και ετοιμάζει διδακτορικό, που τελείωσε πρώτη τη σχολή δικαστών και που, παρά τα «τριάντα κάτι» χρόνια της και την επαγγελματική της δραστηριότητα, έχει ήδη γράψει και κάποια νομικά βιβλία.

Στη χώρα όπου επιπλέουν οι φελλοί, δηλαδή, και το ρουσφέτι αποτελεί το κύριο προσόν για πρόσληψη, στη χώρα όπου μπορείς να μπεις σε πανεπιστημιακή σχολή ακόμα και με μέσο όρο βαθμολογίας 3 στα 20, στη χώρα όπου το «εξάμηνο» στα πανεπιστήμια μπορεί να περιλαμβάνει ελάχιστες εβδομάδες διδασκαλίας και πολλές εβδομάδες καταλήψεων και χαβαλέ, στη χώρα όπου ο απόφοιτος πανεπιστημίου έχει ελάχιστο προβάδισμα σε εξέλιξη και μισθό από τον απόφοιτο λυκείου στον κρατικό μηχανισμό, στην χώρα όπου ο καθηγητής πανεπιστημίου αμείβεται όσο κι ένας απλός διοικητικός υπάλληλος, στη χώρα που την κυβερνάει μία κυβέρνηση με ένα σωρό παλαιοκομματικούς, μετριότητες που διόριζαν και εξακολουθούν διορίζουν με βάση τα «κολλητιλίκια» και όχι τα προσόντα και τις ικανότητες, στη χώρα όπου η αξιωματική αντιπολίτευση, η κυβέρνηση εν αναμονή δηλαδή, έχει επικεφαλής ένα χαρακτηριστικό δείγμα των οπαδών της ήσσονος προσπάθειας, έναν ημιμαθή που πρωταγωνίστησε επί χρόνια στους «αγώνες» των κομματικών νεολαιών που κατέστρεψαν την παιδεία, όταν βρήκαμε τα δύσκολα και επιδιώξαμε λύσεις και δικαιοσύνη, βάλαμε μπροστά σ' αυτήν τη διαδικασία κάθαρσης ένα πρόσωπο (και άλλους αντίστοιχους συναδέλφους της, για να είμαστε δίκαιοι) που αποτελεί το ακριβώς αντίθετο από αυτά που τόσα χρόνια πρεσβεύαμε και προωθούσαμε, που ανήκει σ' αυτήν τη μειοψηφία που οι περισσότεροι περιφρονούσαν και οδηγούσαν στο περιθώριο. Αυτήν τη μειοψηφία των Ελλήνων που νοιάζονται για τη γνώση, που επιδιώκουν τη διάκριση, που δουλεύουν με επαγγελματισμό, που περιφρονούν τον ωχαδελφισμό. Αρκεί να καταλάβουμε ότι από τέτοιους ανθρώπους έρχονται οι λύσεις, ότι με τέτοιους ανθρώπους πάνε οι κοινωνίες μπροστά κι ότι σε τέτοιους ανθρώπους πρέπει να εμπιστευόμαστε την ευθύνη για τις λειτουργίες του κράτους που επηρεάζουν τη ζωή μας και το μέλλον των παιδιών μας και να στείλουμε επιτέλους στο περιθώριο τους ημιμαθείς, τους τεμπέληδες, τους λουφαδόρους και τους ανίκανους...

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Φανατισμός χωρίς όρια

Όταν η ιδεοληψία φτάνει στα όρια της παράνοιας, πείθεσαι πλέον πως ο Θεός ο ίδιος να κατέβει για να σώσει την Ελλάδα, να μας χαρίσει ως διά μαγείας όλα τα χρέη και να μας δώσει και... καβάτζα καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια για να έχουμε μέχρι να ξανασταθούμε στα πόδια μας, αυτή η χώρα δεν σώζεται με τίποτα. Πολιτικές αντιπαραθέσεις, πολύ έντονες μάλιστα, υπάρχουν σε όλες τις δημοκρατικές χώρες, είναι απόλυτα φυσιολογικές άλλωστε αφού δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες αντιλήψεις και τα ίδια συμφέροντα. Σε όλες αυτές τις χώρες υπάρχουν όμως και κάποιοι κοινά αποδεκτοί κανόνες δεοντολογίας και ηθικής και υπάρχει βέβαια και η κοινή λογική, που κάνουν ορισμένα πράγματα αυτονόητα.

Εδώ δυστυχώς δεν υπάρχουν τα αυτονόητα, γιατί δεν υπάρχουν ούτε κοινά αποδεκτοί κανόνες δεοντολογίας και ηθικής, ούτε κοινή λογική, όπως αποδεικνύουν δύο περιστατικά που συνέβησαν αυτόν το μήνα, το ένα σε επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε κόμματα, το άλλο -δυστυχώς- σε επίπεδο καθημερινών ανθρώπων. Στην πρώτη περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ, η αξιωματική αντιπολίτευση δηλαδή, που διεκδικεί άμεσα την εξουσία από την παρούσα κυβέρνηση, έβγαλε μία ανακοίνωση όλο... φωτιά και λαύρα, με αφορμή την εγκύκλιο που θα ήταν αυτονόητη σε οποιαδήποτε ευνομούμενη χώρα, για τον έλεγχο των πιστοποιητικών διορισμού των δημοσίων υπαλλήλων, ώστε να εντοπιστούν οι πλαστογράφοι που στην ουσία έκλεψαν τις θέσεις που δεν δικαιούνταν. Στην ανακοίνωση του ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει τον υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης ότι «... όντας σε διατεταγμένη υπηρεσία από την τρόικα και τους δανειστές, προχωρά στην αναζήτηση και άλλων δεξαμενών απολύσεων, ξεθάβοντας από τα βαθιά σκοτάδια των δικών τους "ειδικών προσλήψεων" και υπηρεσιακών μεταβολών, όλους τους φακέλους πρόσληψης, συμμετοχής σε εξετάσεις, έκδοση τίτλων σπουδών κ.ά, των δημοσίων υπαλλήλων, προετοιμάζοντας την κοινή γνώμη για να την καταστήσει συνένοχο στην εξόντωσή τους»!!!

Σε ποια άλλη χώρα ένα κόμμα εξουσίας,  ή ακόμα κι ένα κόμμα μικρό που δεν διεκδικεί την εξουσία, θα τολμούσε να υποστηρίξει ότι ο εντοπισμός των πλαστογράφων που κατέλαβαν με ψεύτικα πιστοποιητικά θέσεις που δικαιούνταν άνθρωποι άνεργοι με πραγματικά προσόντα, γίνεται «σε διατεταγμένη υπηρεσία από την τρόικα» και δεν είναι απλώς κάτι αυτονόητο που αν δεν το έκανε η κυβέρνηση, όφειλε να την ελέγξει γι' αυτό η αντιπολίτευση; Ο αμοραλισμός και ο τυχοδιωκτισμός των πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα έφτασε πλέον σε τέτοια επίπεδα, που οι πολιτικές δυνάμεις υποστηρίζουν κλέφτες και απατεώνες προκειμένου να κερδίσουν ψήφους, λες και πρόκειται όχι για πολιτικά κόμματα που εκφράζουν ιδεολογικές κατευθύνσεις, αλλά για συνδικαλιστικές παρατάξεις των... εγκλείστων στις φυλακές.

Αλλά έστω πως τα πολιτικά κόμματα μας έχουν πείσει πλέον για τον τυχοδιωκτισμό και την έλλειψη ηθικής που τα διακρίνει. Τί να πει κανείς για την παράνοια στην οποία οδηγεί ο πολιτικός φανατισμός απλούς πολίτες, σε βάρος ακόμα και των ίδιων των συμφερόντων τους; Λίγες μέρες νωρίτερα, η γενική συνέλευση των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων της Νάουσας, μιας πόλης στην οποία τα σχολεία του Δήμου είχαν κλείσει ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την έλλειψη πετρελαίου θέρμανσης, αποφάσισε να αρνηθεί τη... δωρεά πετρελαίου θέρμανσης από το ίδρυμα του Τζορτζ Σόρος (την οποία είχε δεχθεί ο Δήμαρχος) γιατί τους «...προκάλεσαν εύλογες υποψίες οι λόγοι για τους οποίος ο φιλάνθρωπος αυτός μεγιστάνας σκέφτηκε ξαφνικά το πρόβλημα των σχολείων της Νάουσας»!!! Κι αυτό γιατί, όπως είπε ο πρόεδρός τους «Είμαστε βέβαιοι ότι από αυτή την "ευεργεσία" ο κ. Σόρος αναμένει ανταλλάγματα και δεν θέλουμε τα σχολεία των παιδιών μας να μπουν σ' αυτό το παιχνίδι»!!!!!!

Χωρίς στοιχεία δηλαδή, χωρίς να υπάρχει καμία συμφωνία για κανένα αντάλλαγμα, προτιμούν να κρυώνουν τα παιδιά τους, παρά να δεχθούν (όχι αυτοί άλλωστε, ο δήμος) τη δωρεά του ιδρύματος ενός μεγιστάνα. Βγάζοντας προς τα έξω όλη αυτήν την αμετροέπεια και τον ηλίθιο εγωκεντρισμό των Νεοελλήνων, που νομίζουν ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου και όλοι κοιμούνται και ξυπνούν με τη σκέψη πώς θα μας τη φέρουν! Και τί στο διάβολο να θέλει δηλαδή ο Σόρος και ο κάθε μεγιστάνας του πλούτου επιπέδου Σόρος από τη... Νάουσα, που προσπαθεί να την εξαγοράσει με μερικά λίτρα πετρελαίου; Έλεος πια, στη Νάουσα ζείτε, όχι στο Λευκό Οίκο! Ξεπεράστε λίγο το φανατισμό σας, κοιτάξτε να ζεσταθούν τα παιδιά σας αφού δεν σας ζητάει κανείς «ανταλλάγματα» γι' αυτό κι όταν με το καλό γίνει η... επανάσταση, βρείτε πετρέλαιο από τον Μαδούρο ή απ' οπουδήποτε αλλού θέλετε. Μέχρι τότε είναι κρίμα να γίνονται τα πιτσιρίκια όμηροι του φανατισμού σας...

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Η κρίση στα πανεπιστήμια

Η πολιτική σύγκρουση (γιατί περί αυτού πρόκειται) που εξελίσσεται εδώ και εβδομάδες στα μεγαλύτερα ελληνικά πανεπιστήμια είναι η τελευταία απόδειξη, ακόμα και για τους πιο δύσπιστους,  για την ανικανότητα του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος στο σύνολό του να βγάλει την Ελλάδα από την κρίση με προοπτική μιας υγιούς ανάπτυξης σε μόνιμη βάση και όχι με δεκανίκια και ενέσεις  από κάθε είδους εταίρους και συμμάχους. Αυτή τη στιγμή η χώρα έχει κυριευθεί από μία πολιτική συμμορία (στην οποία συμπεριλαμβάνονται όλα τα πολιτικά κόμματα, ακόμα και τα δήθεν «αντισυστημικά») που έχει ως μοναδικό σκοπό τη διατήρηση της εξουσίας από τους επαγγελματίες της πολιτικής και τους κομματικούς στρατούς τους. Εκείνο το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας δηλαδή που περιλαμβάνει τα λιγότερο ικανά μέλη της, που εκτός πολιτικής είναι αμφίβολο αν θα μπορούσαν να βρουν ικανοποιητική απασχόληση, αλλά ταυτόχρονα και τα πιο αδίστακτα και τυχοδιωκτικά, που δεν θα δίσταζαν να οδηγήσουν τη χώρα στο χάος προκειμένου να διατηρήσουν τη δική τους θέση στην προνομιούχο δραστηριότητα της πολιτικής, η οποία τους εξασφαλίζει άνετη διαβίωση με δικά μας έξοδα.

Η λυσσώδης μάχη που δίνουν μεταξύ τους δεν έχει ούτε στο ελάχιστο ως σκοπό την εξάλειψη της δυστυχίας στην Ελλάδα και την πρόοδο της ελληνικής κοινωνίας στο σύνολό της, την οποία άλλωστε δεν έχουν και τις ικανότητες να πετύχουν, αλλά αποκλειστικά και μόνο την εξουσία και τα αυξημένα προνόμια που προκύπτουν από αυτή, και για εκείνους που την ασκούν, και για την πολιτική πελατεία τους, τους συνδικαλιστικούς και παραπολιτικούς παρατρεχάμενους που συνδέονται μαζί τους. Τα πανεπιστήμια στα οποία ξέσπασε η κρίση δεν είναι τυχαία, είναι κυρίως αυτά στα οποία έχουν καταγγελθεί τα μεγαλύτερα όργια χαριστικών προσλήψεων, κάποιες από τις οποίες πρέπει τώρα μοιραία να θυσιαστούν λόγω της ανάγκης μείωσης του δημοσίου. Μιας μείωσης που δεν γίνεται βέβαια ορθολογικά, αλλά με αντιστάσεις στις πιέσεις της τρόικας και με κάθε προσπάθεια να διασωθούν οι πιο κοντινοί «ημέτεροι» όλων των πλευρών, καταλήγοντας τελικά σε τυφλές απολύσεις, ανεξαρτήτως ικανοτήτων και γνώσεων.

Το γεγονός ότι αυτή η μάχη γίνεται με όμηρο ένα τεράστιο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, τους χιλιάδες φοιτητές και τις οικογένειές τους, δεν απασχολεί κανένα. Από τη μία πλευρά έχουμε μία αντιπολίτευση που (σύμφωνα άλλωστε και με δικές της δηλώσεις) προσπαθεί να ρίξει την κυβέρνηση από το πεζοδρόμιο και όχι περιμένοντας τις επόμενες εκλογές και θέτει υπό την προστασία της (συχνά και την καθοδήγησή της) κάθε ακραία διεκδίκηση, ακόμα κι αν έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις υποτιθέμενες αρχές της. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κλειστές αίθουσες, οι κλειδωμένες από τους υπαλλήλους πόρτες των πανεπιστημίων και η βίαια «περιφρούρηση» της απεργίας αποτελούν μία βάναυση παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου, για το οποίο κόπτεται τόσα χρόνια η αντιπολίτευση, χωρίς να ιδρώνει το αυτί κανενός. Όπως επίσης, η πλήρης απαξίωση των μεγαλύτερων ελληνικών πανεπιστημίων από το χάος που επικρατεί σ' αυτά επί χρόνια με τις συνεχείς καταλήψεις που προκαλούν αντιπολιτευτικές μειοψηφίες και την απώλεια του εξαμήνου στην οποία οδηγεί η σημερινή κατάσταση (ή τη διάσωσή του με ψευτολύσεις που απαξιώνουν ακόμα περισσότερο τα πανεπιστήμια, αφού στην πράξη έχει ήδη χαθεί), αποτελεί το μεγαλύτερο χτύπημα κατά της δημόσιας παιδείας. Αυτής που υποτίθεται πως υπερασπίζονται οι «αγωνιστές» των καταλήψεων και των κλειστών πανεπιστημίων και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά σκοτώνουν καθημερινά με τις πράξεις τους.

Από την άλλη πλευρά έχουμε μία κυβέρνηση που δεν έχει απαλλαγεί καθόλου από τη φαύλη μικροκομματική νοοτροπία του παρελθόντος, που βασίζει τη λειτουργία της σε αποτυχημένους πολιτικάντηδες και «συμβούλους», συνυπεύθυνους στο παρελθόν για τη χρεοκοπία της χώρας, που φοβούμενη το «πολιτικό κόστος» από τη δική της πελατεία δεν έχει τολμήσει να εφαρμόσει εγκαίρως τους νόμους όπου χρειάζεται, ώστε να μην παίρνει οριζόντια μέτρα, αλλά να μειώνει, να απολύει, να μετακινεί με βάση τις πραγματικές ανάγκες και την αξιοκρατία. Αφήνει έτσι τα πράγματα να εξελίσσονται ραγδαία προς το χειρότερο, δεν εφαρμόζει τους νόμους και τις αποφάσεις των δικαστηρίων, ώστε να μπορεί μετά να ρίξει το φταίξιμο στην αντιπολίτευση για όσα ακολουθήσουν σε βάρος των φοιτητών, που είναι όμηροι του πολιτικού παιχνιδιού.

Θα πρέπει, όμως, να τονιστεί παράλληλα με όλα αυτά και η απάθεια με την οποία αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία αυτόν τον πόλεμο των πολιτικών συμμοριών που γίνεται σε βάρος της, έχοντας μάθε επί δεκαετίες να μη διεκδικεί το δίκαιο και το σωστό, αλλά να περιμένει λύσεις «από πάνω», ακόμα κι αυτές προκαλούν στρεβλώσεις και δυσλειτουργίες που τις βρίσκουμε πάντα μπροστά μας μετά από λίγο καιρό. Προ ημερών έγινε στην Αθήνα μία συγκέντρωση διαμαρτυρίας υπέρ του ανοίγματος των πανεπιστημίων, στην οποία μαζεύτηκαν μόνο χίλια άτομα από τις δεκάδες χιλιάδες που πλήττονται από τα κλειστά πανεπιστήμια. Στην ιστοσελίδα που δημιουργήθηκε για τη συγκέντρωση υπογραφών υπέρ του ανοίγματος των πανεπιστημίων, ο αριθμός των υπογραφών δεν έχει περάσει ούτε τις 30.000 αντί να είναι τρία εκατομμύρια! Προφανώς περιμένουν από τον Σαμαρά, το Βενιζέλο, τον Τσίπρα, τους ψεκασμένους ή ακόμα και τους νεοναζί να τους δώσουν τη λύση. Μόνο που αυτοί νοιάζονται μόνο για την πάρτη τους και η λύση που θα δώσουν θα είναι λειψή και ανεπαρκής. Και θα την βρούμε πάλι μπροστά μας, όταν τα ακριβοπληρωμένα από τους γονείς πτυχία θα έχουν εξελιχθεί σε κουρελόχαρτα...

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Εσκεμμένη παραπληροφόρηση

Το ότι η πολιτική στην Ελλάδα ασκείται με μια εντελώς πολιτικάντικη και πελατειακή νοοτροπία, που βασίζεται στην κολακεία των ψηφοφόρων, τις πιο απίθανες υποσχέσεις, την πλήρη άρνηση κάθε πρότασης του αντιπάλου, σε βαθμό παραποίησης των θέσεων του ή ακόμα και συκοφάντησής του, είναι κάτι γνωστό και δεδομένο και δυστυχώς αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για την αδυναμία δημιουργία βιώσιμων πολιτικών λύσεων για την έξοδο από την κρίση. Το κακό είναι ότι σ' αυτόν το χορό της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας και τελικά της παραπληροφόρησης των πολιτών, συμμετέχουν εν χορώ και τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης. Σκανδαλοθηρικές φυλλάδες και  κανάλια υποκουλτούρας υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Υπάρχουν όμως και σοβαρά μέσα που ακολουθούν την κλασική συνταγή της υγιούς δημοσιογραφίας, δηλαδή την απλή αναφορά των ειδήσεων, ευχάριστων ή δυσάρεστων, για να βγάζει τα συμπεράσματά του ο αναγνώστης/ακροατής/θεατής και, ανάλογα με το μέσο, τον εκ των υστέρων σχολιασμό αυτών των ειδήσεων, σε δεύτερο πλάνο όμως, σε άλλες σελίδες ή εκπομπές, συχνά και από άλλους δημοσιογράφους ή σχολιαστές.

Στην Ελλάδα όλα αυτά έχουν πεταχτεί στο καλάθι των αχρήστων και στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων δημιουργείται ένας αχταρμάς που είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς αν αποτελεί την είδηση ή τη θέση του μέσου ή του δημοσιογράφου για το θέμα που αφορά την είδηση, ή ένα μίγμα και των δύο με άγνωστες αναλογίες. Ακόμα χειρότερα δε, πολλοί δημοσιογράφοι έχουν αυτοαναγορευτεί σε αυθεντικούς ερμηνευτές των... βαθύτερων σκέψεων των πολιτικών, ερμηνεύοντας τις δηλώσεις τους όπως εκείνοι νομίζουν. Συνήθως βέβαια, απλώς ανιχνεύουν τις τάσεις της κοινής γνώμης και ερμηνεύουν κάθε δήλωση ή πολιτική πράξη με τρόπο να γίνονται αυτοί αρεστοί στην κοινή γνώμη, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πλήρη διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Εκεί δε που γίνεται... πάρτι, είναι όταν υπάρχουν δηλώσεις από τεχνοκράτες, οι οποίοι δεν έχουν απαραίτητα συνηθίσει στην μπουρδολογία των πολιτικάντηδων που άλλα λένε και άλλα εννοούν (ή δεν εννοούν τίποτα!) και λένε τα πράγματα όπως είναι. Πολλά ΜΜΕ (αλλά και οι πολιτικοί, που δεν θέλουν να τους χαλάει κανείς την πιάτσα με ειλικρινείς δηλώσεις) θεωρούν εκ προοιμίου ότι αυτό δεν είναι δυνατόν κι ότι πίσω από κάθε τεχνοκρατική δήλωση κρύβεται πάντα κάτι άλλο, συνήθως κακό για τον κόσμο, το οποίο... αποκαλύπτουν (με αυθαίρετες ερμηνείες) για να τον προστατέψουν!

Από εκεί και πέρα αρχίζει ένα μαραθώνιος δηλώσεων και αντιδηλώσεων, που δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις στην κοινή γνώμη και αποπροσανατολίζει κάθε απόπειρα διαλόγου. Τελευταίο πρόσφατο δείγμα ήταν η δήλωση του υπουργού Οικονομικών για το μνημόνιο και ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύθηκε από πολιτικούς και ΜΜΕ. Είπε επί λέξει ο κ. Στουρνάρας: «Δεν είναι τυχαίο ότι το μνημόνιο, αυτό το μνημόνιο που έχουμε, παρ' όλες τις αδυναμίες του, είναι ίσως το μοναδικό κείμενο πολιτικής -και πρέπει να είμαστε ειλικρινείς- που έθεσε συγκεκριμένους στόχους δεσμευτικούς για το σύνολο του ελληνικού κράτους, είτε μας αρέσει είτε όχι» και έγινε χαμός! Πολιτικοί (και της συμπολίτευσης) και ΜΜΕ άρχισαν να φωνάζουν ότι επαινεί το μνημόνιο, ότι λέει πως είναι άψογο το κείμενο του μνημονίου, ότι το θεωρεί αλάνθαστο ενώ ακόμα και πολλοί ξένοι εντοπίζουν λάθη σ' αυτό κλπ.

Αρκεί να ξέρει κανείς απλά ελληνικά για να βγει από τα ρούχα του βλέποντας μια τόσο χονδροειδή παραποίηση της πραγματικότητας. Κατ' αρχάς η δήλωση λέει κάτι που κανείς, ούτε η αντιπολίτευση δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Ότι δηλαδή «το μνημόνιο έθεσε συγκεκριμένους στόχους δεσμευτικούς για το σύνολο του ελληνικού κράτος» (αυτό σίγουρα δεν αμφισβητείται φαντάζομαι!) κι ότι είναι «το μοναδικό κείμενο πολιτικής» που έκανε κάτι τέτοιο (προσθέτοντας μάλιστα κι ένα «ίσως» για την -απίθανη- περίπτωση που του έχει διαφύγει κάποια εξαίρεση). Γνωρίζετε εσείς κανένα άλλο κείμενο στην Ελλάδα που να θέτει «συγκεκριμένους στόχους δεσμευτικούς για το σύνολο του ελληνικού κράτος»; Ούτε καν οι νόμοι δεν θέτουν τέτοιους στόχους και κάθε νόμος στην Ελλάδα απαιτεί καμιά... δεκαριά εγκυκλίους και υπουργικές αποφάσεις για να προσδιοριστεί ο τρόπος εφαρμογής του, η οποία τελικά γίνεται όπως βολεύει τον κάθε υπουργό. Τί είπε λοιπόν ο κ. Στουρνάρας που δεν αληθεύει, αφού ΚΑΝΕΝΑ δεσμευτικό κείμενο δεν υπάρχει ποτέ σ' αυτή τη χώρα, γι' αυτό άλλωστε και κάθε πρόγραμμα του κράτους ράβεται και ξηλώνεται επί χρόνια για να εφαρμοστεί (αν εφαρμοστεί);

Από πού κι ως πού, όμως, μια διαπίστωση για την τεχνική υφή του μνημονίου αποτελεί εγκώμιο του περιεχομένου του; Ότι έχει δεσμευτικούς στόχους ανέφερε, όχι ότι οι μέθοδοι που προτείνει είναι οι σωστές. Και μάλιστα στη δήλωσή του αναφέρει την έκφραση «παρ' όλες τις αδυναμίες του», που σημαίνει ότι κι ό ίδιος δέχεται πως το μνημόνιο έχει αδυναμίες και δεν είναι καθόλου άψογο, όπως ερμήνευσαν μερικοί ότι πιστεύει με βάση αυτήν τη δήλωση. Απλά ανέφερε το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του μνημονίου, την ύπαρξη δεσμευτικών στόχων, σε αντιπαράθεση με τα όσα κάνουν τόσα χρόνια οι ελληνικές κυβερνήσεις, που ποτέ δεν δημιουργούν προγράμματα με στόχους και δεσμεύσεις. Στην ουσία άλλωστε, κανένα ελληνικό κόμμα δεν έχει πραγματικό πρόγραμμα, με την έννοια των στόχων και των μεθόδων επίτευξής τους, αλλά όλα έχουν από ένα γενικό ευχολόγιο, βασισμένο στη λογική του «άσε και βλέπουμε»! Γι' αυτό τελικά χάλασε ο κόσμος με τη δήλωση του υπουργού Οικονομικών. Γιατί όλοι αυτοί που έσπευσαν να τη στηλιτεύσουν, δεν θέλουν να υπάρχουν ποτέ δεσμευτικοί στόχοι στην ελληνική πολιτική, αφού έτσι δεν εξυπηρετούνται οι πελατειακές σχέσεις. Χωρίς δεσμευτικούς στόχους όμως, δεν υπάρχει ούτε λύση στα τεράστια προβλήματά μας...

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Η δαιμονοποίηση της ανταγωνιστικότητας

Ένας από τους λόγους που κάνουν αδύνατη στην Ελλάδα την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων, είναι ότι ο πολιτικός διάλογος γίνεται με συνθήματα που απέχουν από την πραγματικότητα και η ενημέρωση των πολιτών γίνεται με αντίστοιχου επιπέδου καταστροφολογία. Από τη στιγμή που η χώρα χρεοκόπησε, αντί να υπάρξει μια πολιτική αντιπαράθεση με επιχειρήματα σχετικά με το ποιος είναι ο πιο κατάλληλος δρόμος για να ακολουθήσουμε προκειμένου να βγούμε από την κρίση, ο πολιτικός «διάλογος» κατέληξε σε μια ανταλλαγή συνθημάτων, με τον «αντιμνημονιακό» λόγο να αποτελεί τη μοναδική αντιπολιτευτική πρακτική, από το ένα άκρο του πολιτικού φάσματος ως το άλλο.
Είναι χαρακτηριστικό, ακριβώς επειδή τα μνημόνια δεν ήρθαν ως υποδείξεις συγκεκριμένων πολιτικών, αλλά ως συμφωνίες μείωσης των ελλειμμάτων, ότι από την πρώτη στιγμή των συζητήσεων με την τρόικα οι ξένοι τόνιζαν πως η μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους δεν γίνεται μόνο με αύξηση των εσόδων με φόρους και μείωση εξόδων με περιορισμό μισθών και συντάξεων από το δημόσιο, αλλά και με βελτίωση της ανταγωνιστικότητας (ή με ένα συνδυασμό και των δύο, μετά από μελέτη για το κατάλληλο σημείο ισορροπίας). Μόνο που, αντί να  υπάρξει σ' αυτό το σημείο ένας γόνιμος πολιτικός διάλογος με επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα για τον τρόπο βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, το λόγο είχε και πάλι η συνθηματολογία και η λέξη «ανταγωνιστικότητα» συνδέθηκε αμέσως από τους λαϊκιστές με «μείωση μισθών», «εξαθλίωση των εργαζομένων» και άλλα δακρύβρεχτα.
Στις μέρες μας, όμως, η πληροφόρηση για το τί συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο είναι συνεχής και η πραγματική ζωή διαψεύδει γρήγορα και εύκολα όσους αρκούνται σε πολιτικάντικη συνθηματολογία γιατί δεν έχουν ούτε πρόγραμμα, ούτε προτάσεις, ούτε τις ικανότητες για τη δημιουργία προγράμματος. Πριν μερικές μέρες ανακοινώθηκε η φετινή έκθεση παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum όπου, ω του θαύματος, πρώτη στην παγκόσμια λίστα είναι η... Ελβετία και ακολουθούν μέσα στην πρώτη δεκάδα αντίστοιχες χώρες με... μεροκάματα πείνας και... εξαθλιωμένους εργαζόμενους, όπως η Φινλανδία, η Γερμανία, η Σουηδία, η Ολλανδία, η Ιαπωνία κλπ. Γιατί οι μισθοί είναι ένας μόνος παράγοντας που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα και μάλιστα όχι ο πιο σημαντικός, ενώ πολύ μεγαλύτερη σημασία έχουν άλλες παράμετροι, όπως η σταθερότητα του φορολογικού συστήματος, η διαφθορά, η γραφειοκρατία, το επίπεδο εκπαίδευσης του ανθρώπινου δυναμικού, η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών κλπ. κλπ. Γι' αυτό και χώρες με πολύ υψηλό εργατικό κόστος είναι τόσο ανταγωνιστικές και γι' αυτό θα μπορούσε και η Ελλάδα να γίνει ανταγωνιστική χωρίς «μείωση μισθών» και «εξαθλίωση των εργαζομένων», αφού μια σειρά από σημαντικούς παράγοντες που βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα δεν απαιτούν μεγάλα οικονομικά μέσα, αλλά κυρίως πολιτική βούληση. Ενώ αυτή η χώρα έχει επιπλέον και το μεγάλο πλεονέκτημα της ύπαρξης ενός εξαιρετικού ανθρώπινου δυναμικού, με υψηλού επιπέδου εκπαίδευση.
Οι μύθοι των γελοίων εκπροσώπων του λαϊκισμού καταρρέουν εύκολα, λοιπόν, αλλά το κακό είναι ότι κανείς δεν προσπαθεί να βγάλει τους Έλληνες από την άγνοια στην οποία τους έχει βυθίσει η μανία καταδίωξης που τους χαρακτηρίζει. Η πολιτική αντιπαράθεση εξακολουθεί να βασίζεται σε απλή συνθηματολογία, πολύς κόσμος πιστεύει ότι απλά οι κακοί ξένοι «θέλουν το κακό μας», η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας κάτω από χώρες όπως η Καμπότζη, η Μολδαβία και η Ναμίμπια κι εμείς εξακολουθούμε να επιχειρηματολογούμε γύρω από τα «μνημόνια». Γι' αυτό και η κρίση θα μας συντροφεύει για πολλά χρόνια ακόμα, ακόμα κι αν οι ξένοι αποφάσιζαν να μας χαρίσουν το σύνολο του χρέους μας...

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Οι συντεχνίες πάνω απ' όλα!

Ο πολιτικός διάλογος στην Ελλάδα βασίζεται, ως συνήθως, σε λανθασμένη βάση και γι' αυτό δεν θα οδηγήσει πουθενά, γιατί όλοι θέλουν να αγνοούν τις πραγματικές αιτίες της κρίσης. Για να το πω ωμά, σ' αυτήν τη χώρα δεν υπάρχει αυτήν τη στιγμή ελπίδα οριστικής εξόδου από την κρίση και πραγματικής ανάκαμψης της οικονομίας πάνω σε παραγωγικές βάσεις, είτε εφαρμόσουμε το μνημόνιο, όπως προσπαθούν αυτοί που δημιούργησαν την κρίση, είτε αρνηθούμε μονομερώς να το εφαρμόσουμε, όπως προτείνουν οι ψευτοπαλικαράδες τύπου ΣΥΡΙΖΑ, Καμμένου κλπ. Για τον απλούστατο λόγο, ότι ολόκληρη η ζωή αυτής της χώρας βασίζεται πολύ περισσότερο σε μικροσυμφέροντα πάμπολλων συντεχνιών και κοινωνικών ομάδων τα οποία κανείς δεν είναι διατεθειμένος να θίξει, παρά σε κάποια «μεγάλα» συμφέροντα, ελληνικά και ξένα, που διατείνονται κάποιοι ότι μας καταδυναστεύουν και επιδιώκουν την εξαθλίωσή μας. Αυτά τα συντεχνιακά μικροσυμφέροντα μάλιστα, όχι μόνο δεν θίγονται από κανένα, αλλά αποτελούν και τη βάση για τη χάραξη κάθε νέας πολιτικής σε οποιονδήποτε τομέα, σε βάρος φυσικά της υπόλοιπης κοινωνίας.

Το κακό με αυτού του είδους τη μικροπολιτική, είναι ότι αποκλείει σε οποιαδήποτε περίπτωση να πάρεις τις σωστές αποφάσεις προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, γιατί σε μια διαλυμένη χώρα σαν την Ελλάδα όπου τίποτα δεν λειτουργεί αποτελεσματικά, κάθε τέτοια απόφαση εμπεριέχει αναπόφευκτα και κάποιες δυσμενείς αλλαγές για ορισμένες μειοψηφίες που στο παρελθόν απέκτησαν προνόμια για διάφορους λόγους. Κι αυτό δεν εξαρτάται μόνο από την οικονομική συγκυρία (σίγουρα όταν δεν έχεις λεφτά, δεν μπορείς να κάνεις κι όλα όσα θέλεις), αλλά αφορά και θέματα που απαιτούν αποκλειστικά πολιτική βούληση και όχι νέα κονδύλια. Όπως απέδειξε, για παράδειγμα, το πρόσφατο άθλιο αλισβερίσι για το πρόγραμμα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που ξεδιάντροπα ανέδειξε ένα διάλογο βασισμένο όχι στις εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών, αλλά στα συμφέροντα των διαφόρων ειδικοτήτων καθηγητών.

Προσέξτε, μιλάμε εδώ για ένα θέμα που δεν θέτει επί τάπητος νέες οικονομικές απαιτήσεις, γιατί ο συνολικός αριθμός των καθηγητών που απαιτείται είναι συγκεκριμένος και εξαρτάται από τις συνολικές ώρες των μαθημάτων (που δεν μπορούν να αυξηθούν άλλο σ' ένα ήδη φορτωμένο πρόγραμμα) και το συνολικό αριθμό μαθητών και σχολικών αιθουσών. Ενώ, όμως το συνολικό κόστος για τον ίδιο συνολικό αριθμό καθηγητών παραμένει ίδιο, το οικονομικό όφελος για κάθε ειδικότητα καθηγητών διαφέρει, ανάλογα με τις ώρες που διατίθενται για τα μαθήματα της κάθε ειδικότητας. Κι εκεί έγινε σφαγή. Το ελληνικό κράτος, που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί το συμφέρον της ελληνικής κοινωνίας, φυσιολογικά έπρεπε να ορίσει τα διδασκόμενα μαθήματα ανάλογα με τις ανάγκες αυτής της κοινωνίας στη σύγχρονη πραγματικότητα, τις ανάγκες των παιδιών μας για μία εκπαίδευση προσαρμοσμένη στις σημερινές κοινωνικές και οικονομικές συγκυρίες. Αντί γι' αυτό, μπήκε σε μια διαδικασία «διαλόγου» με βάση τα συμφέροντα της μίας ή της άλλης ειδικότητας καθηγητών, που ανησυχούν για τη μείωση των ωρών διδασκαλίας του μαθήματός τους, η οποία μοιραία θα οδηγήσει και στη μείωση της απορροφητικότητας των μελών τους στο δημόσιο! Ταυτόχρονα, αλλάζει ένα πραγματικό άθλιο σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων στα πανεπιστήμια μ' ένα άλλο που, είτε έχει μεγαλύτερο είτε μικρότερο βάρος για τα παιδιά, φροντίζει σίγουρα να εξασφαλίσει δουλειά για τα φροντιστήρια από την πρώτη λυκείου!

Με τέτοια νοοτροπία είναι αδύνατο να λυθεί οποιοδήποτε κοινωνικό ή οικονομικό πρόβλημα. Τα παιδιά δεν είναι «προϊόν» για τους επαγγελματικούς κλάδους των καθηγητών και η εκπαίδευσή τους οφείλει να βασίζεται στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και όχι στις ανάγκες μειοψηφιών. Η εκπαίδευση των παιδιών δεν υπάρχει για να ικανοποιεί την επαγγελματική αποκατάσταση των υποψήφιων καθηγητών, αλλά το αντίθετο, οι καθηγητές υπάρχουν για ικανοποιούν την εκπαίδευση των παιδιών. Και πραγματική οικονομία δεν μπορεί να υπάρχει όσο το κράτος πονηρά δημιουργεί οικονομική αφαίμαξη των πολιτών για μη παραγωγικές δραστηριότητες όπως τα φροντιστήρια. Όσο δημιουργούμε ανύπαρκτες ανάγκες για να βολεύουμε ομάδες και συντεχνίες, παραγωγική οικονομία δεν θα αναπτυχθεί, ακόμα και αν μας χαρίσουν όλα τα χρέη μέχρι δεκάρας...