«...τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα, ουκ απράγμονα, αλλ' αχρείον νομίζομεν...»

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Πάρε τον ένα και χτύπα τον άλλο!

Θα περίμενε κανείς ότι η χρεοκοπία της χώρας και η ευθύνη της πολιτικάντικης νοοτροπίας που μας οδήγησε εκεί θα μας είχαν κάνει, πολιτικούς και πολίτες, να αναθεωρήσουμε λίγο προς το... σοβαρότερο τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η πολιτική και τα κριτήρια με τα οποία επιλέγουμε και κρίνουμε τους πολιτικούς. Μάλλον όμως δεν μάθαμε τίποτα απ' αυτήν την περιπέτεια, ο πολιτικός διάλογος μάλιστα έχει φτάσει σε πρωτόγνωρα επίπεδα χυδαιότητας και ευτέλειας. Κι αν κρίνει κανείς από τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης, ακόμα και στις μεγάλες πόλεις, όπου πρωταγωνιστούν γνωστά πολιτικά ονόματα (απ' όλα τα κόμματα) της «κεντρικής» πολιτικής σκηνής, που φιλοδοξούν να έχουν ευρύτερο ρόλο σ' αυτό που αποκαλείται δημόσια ζωή, μάλλον τίποτα δεν έμαθαν από αυτά που δυστυχώς πάθαμε εμείς (γιατί τελικά αυτοί εξακολουθούν να ζουν σε βάρος μας).

Μια από τις απεχθέστερες μορφές λαϊκισμού, για παράδειγμα, είναι να υποστηρίζεις ότι θα αποφασίσει ο λαός για θέματα πολύπλοκα και εξειδικευμένα, που ακόμα και ειδικοί επιστήμονες χρειάζονται μελέτες επί μελετών για κάνουν τη σωστή επιλογή. Η πρόσφατη δήλωση του υποψηφίου δημάρχου Αθηναίων, κ. Σπηλιωτόπουλου, λοιπόν, ότι θα διοργανώσει δημοψήφισμα για την... πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου, εντάσσεται σ' αυτό το πλαίσιο του πιο ακραίου λαϊκισμού. Ωραίο και δημοκρατικό ακούγεται το δημοψήφισμα, αλλά με ποια στοιχεία στη διάθεσή του θα κάνει την επιλογή του ο μέσος ψηφοφόρος, ώστε αυτή να είναι προς όφελός του; Ένα τόσο πολύπλοκο θέμα, για το οποίο έχουν γίνει μελέτες εκατοντάδων σελίδων και για το οποίο υπάρχουν διαφωνίες ανάμεσα σε ανθρώπους με εξειδικευμένα πτυχία και εμπειρία, πώς είναι δυνατόν να συρρικνώνεται σε μια απλή απάντηση «ναι» ή «όχι», από πολίτες που δεν έχουν τις γνώσεις για να αξιολογήσουν τις σχετικές μελέτες; Όταν χτίζουμε τα σπίτια μας, κάνουμε τα στατικά με... δημοψήφισμα των συγγενών, ή αφήνουμε το μηχανικό να κάνει τη δουλειά του;

Από την άλλη πλευρά, η ευτέλεια του πολιτικού διαλόγου που προαναφέραμε συμβαδίζει απόλυτα με τη συμπεριφορά των υποψηφίων στην πόλη που υποτίθεται πως θέλουν να νοικοκυρέψουν. Όταν ακόμα και «αριστεροί» υποψήφιοι, που υποτίθεται πως έχουν κάνει σημαία τους την προστασία του περιβάλλοντος και δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους για κάθε δραστηριότητα που θεωρούν ότι το επιβαρύνει, έχουν γεμίσει την Αθήνα μ' ένα σκουπιδαριό από αφίσες και φυλλάδια, που πετάνε και κολλάνε (παράνομα) όπου να'ναι, αποκαλύπτεται πλήρως το ποιόν τους και οι πραγματικές τους επιδιώξεις. Όλοι αυτοί οι κύριοι, αριστεροί, δεξιοί και αριστεροδέξιοι, ακραίοι ή μεσαίοι, μας έχουν γραμμένους στα παλιά τους τα παπούτσια, δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή για την πόλη όπου ζούμε, μας υπόσχονται λαγούς με πετραχήλια και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι μια καρέκλα που θα παρατείνει την ενασχόλησή τους με τα δημόσια πράγματα, τη διαβίωσή τους δηλαδή με έξοδα δικά μας, γιατί είναι και δύσκολο να βρεις πραγματική δουλειά αυτές τις μέρες...

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Συντεχνιακά προνόμια

Η γελοία υπόθεση με το γάλα και τη διάρκεια ζωής του, που λίγο έλειψε να προκαλέσει στην Ελλάδα πολιτική κρίση την οποία δεν προκάλεσαν στο παρελθόν θέματα ζωτικής σημασίας για το μέλλον της, αποδεικνύει περίτρανα ότι το κύριο πρόβλημα αυτής της χώρας δεν είναι τα «μεγάλα» συμφέροντα, που είναι άλλωστε όλο και λιγότερα αριθμητικά λόγω της έλλειψης επενδύσεων και μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά τα δεκάδες μικροσυμφέροντα συντεχνιών. Συχνά μάλιστα τα προβλήματα και οι αντιδράσεις δεν προκαλούνται καν επειδή θίγεται ξεκάθαρα κάποιο απ' αυτά τα μικροσυμφέροντα, αλλά ακόμα κι όταν θεωρηθεί ότι υπάρχει πιθανότητα να θιγεί. Αυτή η υπερπροστασία ήταν που οδήγησε στο παρελθόν και στην αποβιομηχάνιση της χώρας, μόλις άρχισε να εντείνεται ο ανταγωνισμός από ξένα προϊόντα, γιατί η προστατευμένη με δασμούς και άλλα τερτίπια ελληνική βιομηχανία δεν εκσυγχρονίστηκε ποτέ και έμεινε πίσω από τις εξελίξεις της τεχνολογίας, με χαμηλή παραγωγικότητα και με προϊόντα που δεν ανταποκρίνονταν στις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, μιλάμε για μία προστασία η οποία όχι μόνο παρέχεται με αυθαιρεσίες και τεχνάσματα και προωθείται από τους υποστηρικτές της με παραπλανητικά επιχειρήματα και κινδυνολογία περί δημόσιας υγείας και κακής ποιότητας προϊόντων, αλλά και δεν εξηγείται στο κοινό ευθαρσώς ότι προωθείται για να εξασφαλιστεί το εισόδημα μιας συγκεκριμένης τάξης με έξοδα των υπολοίπων. Μπορεί οι παλαιοκομματικής νοοτροπίας βουλευτές που απειλούσαν να καταψηφίσουν το νέο νόμο να μιλούσαν γενικώς περί κινδύνου αφανισμού των κτηνοτρόφων, κανείς δεν είπε όμως στους υπόλοιπους Έλληνες ανοιχτά: «Κοιτάξτε, οι κτηνοτρόφοι μας πουλάνε ακριβότερα από τους Ευρωπαίους το γάλα τους γιατί δεν έχουν εκσυγχρονιστεί και δεν έχουν εμπιστοσύνη ο ένας στο άλλο για να συνεταιριστούν, γι' αυτό και με την αυθαίρετη μείωση της υποχρεωτικής διάρκειας του γάλακτος κάνουμε αδύνατες τις εισαγωγές. Έτσι ώστε να μπορούν αυτοί να πουλάνε το ακριβότερο γάλα τους, οπότε θα το αγοράζετε κι εσείς ακριβότερα και μη διαμαρτύρεστε για την ακριβότερη τιμή του σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη».

Γιατί η αλήθεια που δεν λέει κανείς είναι ότι το λεγόμενο γάλα των 5 ημερών ούτως ή άλλως διαρκεί 8 μέρες χωρίς πρόβλημα (έχω και προσωπική εμπειρία επ' αυτού και επί χρόνια χρησιμοποιούσαμε στο σπίτι κι έδινα και στα παιδιά μου το γάλα μέχρι και 3 μέρες μετά την ημερομηνία λήξης χωρίς να ξινίσει ποτέ ), επειδή εδώ και πολλά χρόνια η τεχνολογία της παστερίωσης έχει εξελιχθεί και οι βιομηχανίες προσφέρουν γάλα που διαρκεί 8 μέρες. Απλώς δεν τους επιτρέπουμε να το λένε! Σ' ένα πλανήτη όπου σχεδόν 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι υποσιτίζονται, εμείς πετάμε γάλα που θα μπορούσε να καταναλωθεί, για να μπορούν μερικές εκατοντάδες κτηνοτρόφοι μας που δεν θέλουν να συνεταιριστούν για να κάνουν οικονομίες κλίμακας, να το πουλούν ακριβότερα!

Για να είμαστε ειλικρινείς, φυσικά αυτή δεν είναι η μοναδική περίπτωση συντεχνιακής προστασίας. Η Ελλάδα είναι γεμάτη από τέτοιες περιπτώσεις και σχεδόν κάθε επαγγελματική τάξη έχει κάποια προνόμια σε βάρος της κοινωνίας, γιατί κάποια στιγμή βρέθηκαν πολιτικάντηδες έτοιμοι να τα προωθήσουν για ψηφοθηρικούς λόγους. Κι όποιο προνόμιο δοθεί, δεν αφαιρείται μετά ο Θεός ο ίδιος να κατέβει να το ζητήσει, όχι μια... απλή τρόικα! Το έχω ζήσει και προσωπικά. Πριν από 35 περίπου χρόνια, πήρα ένα πτυχίο από σχολή Μηχανολόγων ελληνικού πολυτεχνείου, την εποχή που είχε αρχίσει πλέον ο διαχωρισμός Μηχανολόγων και Ηλεκτρολόγων. Αν και στη διάρκεια των σπουδών μου δεν πήρα ούτε ένα ηλεκτρολογικό μάθημα (υπήρχαν μόνο κατ' επιλογήν), όταν έκανα αίτηση για την επαγγελματική άδεια ως πτυχιούχος, το ελληνικό κράτος μου έδωσε «γενικήν άδειαν εκτελέσεως ηλεκτρικών εγκαταστάσεων εν Ελλάδι πάσης φύσεως κατηγορίας και ειδικότητος» παρ' όλο που δεν είχα ιδέα για το αντικείμενο! Επειδή κάποτε τα πολυτεχνεία έβγαζαν Μηχανολόγους-Ηλεκτρολόγους, το ΤΕΕ θεωρεί ως «κεκτημένο» ότι οι... σκέτοι Μηχανολόγοι έπρεπε να συνεχίσουν να παίρνουν άδεια εκτέλεσης ηλεκτρικών εγκαταστάσεων στου κασίδη το κεφάλι και οι σκέτοι Ηλεκτρολόγοι άδεια εκτέλεσης μηχανολογικών εγκαταστάσεων!

Τα ίδια συμβαίνουν παντού, με δεκάδες επαγγελματικά η οικονομικά προνόμια, τα οποία οι επωφελούμενοι προβάλλουν ως επιλογές προστασίας του... δημοσίου συμφέροντος (πάντα στην Ελλάδα ταυτίζαμε το δημόσιο συμφέρον με το προσωπικό). Γι' αυτό οι φαρμακοποιοί δεν θέλουν να πωλούνται ασπιρίνες στα σούπερ μάρκετ (αν και πωλούνται στα περίπτερα!), λες και μας δίνουν κάποιες οδηγίες όταν τις αγοράζουμε απ' αυτούς, γι' αυτό και οι δικηγόροι θέλουν να είναι υποχρεωτική η παρουσία τους ακόμα και σε αγοραπωλησίες μεταξύ γονέων και τέκνων, γι' αυτό και οι αρτοποιοί πωλούσαν φραντζόλες του «ενός κιλού» με πολύ μικρότερο πραγματικό βάρος χωρίς να τις ζυγίζουν, γι' αυτό και οι καθηγητές ορισμένων ειδικοτήτων πολεμούν με λύσσα τη μείωση των διδακτικών ωρών μαθημάτων που δεν κρίνονται τόσο απαραίτητα, ώστε να εξακολουθήσουν αυτοί να κάνουν στα παιδιά μας άχρηστα μαθήματα, εξασφαλίζοντας δουλειά σε βάρος τους κλπ. κλπ. κλπ. Χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι για κάθε προνόμιο που εξασφαλίζουμε προς όφελός μας, προσφέρονται και μερικές δεκάδες προνόμια άλλων σε βάρος μας (γιατί όλοι ψηφοφόροι είμαστε!)

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Το μάθημα της Ουκρανίας

Τα γεγονότα της Ουκρανίας είναι ένα πολύ καλό μάθημα για όσους -και στην Ελλάδα- ακολουθούν τυχοδιώκτες της πολιτικής και πιστεύουν ότι μια μικρή (ή και όχι τόσο μικρή) χώρα μπορεί να ασκεί πολιτική με λεονταρισμούς και ρήξεις απέναντι στις μεγάλες στρατιωτικές και οικονομικές δυνάμεις. Και είναι επίσης ένα πολύ καλό μάθημα για όσους πιστεύουν ότι στο διεθνή στίβο υπάρχουν «φίλοι», που θα σπεύσουν να σε υποστηρίξουν με ποταμούς χρημάτων αν χαλάσεις τις σχέσεις σου με τους συμμάχους σου. Είναι, τέλος, ένα πολύ καλό μάθημα για όσους ακόμα δεν καταλαβαίνουν ότι ο ακραίος εθνικισμός και οι ακροδεξιές ιδεολογίες και πρακτικές οδηγούν συνήθως σε καταστροφή τις χώρες που υποτίθεται ότι προστατεύουν κι ότι σε όλες τις χώρες υπάρχουν άθλιοι τυχοδιώκτες που παριστάνουν τους πατριώτες, αλλά προκειμένου να βρεθούν στην εξουσία δεν έχουν κανένα πρόβλημα να οδηγήσουν τις χώρες τους στην καταστροφή, ακόμα και σε απώλεια εδαφών.

Χαρακτηριστικό δείγμα του αμοραλισμού των μεγάλων δυνάμεων, που προκειμένου να προωθήσουν τα συμφέροντά τους δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή για τις ζωές των ανθρώπων, το διεθνές δίκαιο και τις αξίες που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν, η Ουκρανία έγινε το πεδίο μιας αντιπαράθεσης όπου κανένας δεν είχε δίκιο (με διαφορετικές διαβαθμίσεις ενδεχομένως), πέρα από τους καθημερινούς ανθρώπους που επιζητούσαν βελτίωση της ζωής τους. Και που τελικά αυτοί θα πληρώσουν τις συνέπειες της αντιπαράθεσης και θα δουν τις συνθήκες ζωής στη χώρα τους να γίνονται ακόμα χειρότερες, γιατί και οι ίδιοι δεν ήξεραν πού να βάλουν τις «κόκκινες γραμμές» απέναντι στις πολιτικές συμμορίες που εκμεταλλεύτηκαν την οργή τους.

Αν δει κανείς ψύχραιμα τα πράγματα, πέρα από ιδεοληψίες και προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες, η Ουκρανία κυβερνιόταν από ένα εξαιρετικά διεφθαρμένο καθεστώς, το οποίο όμως είχε την ιδιομορφία ότι ήρθε στην εξουσία με ελεύθερες εκλογές, άρα είχε τη δημοκρατική νομιμοποίηση να κυβερνά και να παίρνει αποφάσεις. Ταυτόχρονα, η αντιπολίτευση που έβγαλε τον κόσμο στους δρόμους είχε στις τάξεις της αντίστοιχα διεφθαρμένους πολιτικούς, ορισμένοι από τους οποίους είχαν ήδη ασκήσει εξουσία και αποδοκιμαστεί εκλογικά, όπως επίσης και ακροδεξιούς τυχοδιώκτες και πρακτορίσκους ξένων συμφερόντων που είδαν μια καλή ευκαιρία για ν' αποκτήσουν εξουσία. Χαμένοι από χέρι ξεκίνησαν, λοιπόν, οι Ουκρανοί τις διαμαρτυρίες τους, ανάμεσα σε δύο συμμορίες που μόνο το καλό τους δεν ήθελαν. Δεύτερον, είναι καλό να διεκδικεί κανείς βελτίωση της ζωής του και να επιζητά συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, αλλά πρέπει να ξέρει και ποιος θα τις πληρώσει. Ο Γιανουκόβιτς δεν αρνήθηκε εξαρχής τη συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αντίθετα συμφώνησε για στενότερες σχέσεις, αλλά η Ευρώπη του υποσχέθηκε ψίχουλα (λιγότερο από ένα δις ευρώ). Επειδή, λοιπόν, ήξερε ότι κυβερνάει μια χώρα χρεοκοπημένη, που την επόμενη χρονιά δεν θα είχε χρήματα για να πληρώσει ούτε το αέριο και το πετρέλαιο που χρειάζεται για να λειτουργήσει η βιομηχανία της και να μη ξεπαγιάσει ο λαός της, στράφηκε προς την καλύτερη προσφορά που του έγινε από τον Πούτιν (με δεδομένους όρους φυσικά και όχι από φιλανθρωπία) για χρηματοδότηση με 15 δις και για φτηνότερο αέριο.

Ο κόσμος που κατέβηκε στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, έπεσε στην παγίδα να μην απομονώσει τους τυχοδιώκτες που επένδυσαν στην οργή του, αλλά να σταθεί δίπλα τους. Και το τεράστιο σφάλμα που έγινε ήταν ότι, αν και πέτυχαν αυτό που ζητούσαν αρχικά, με σύμφωνη γνώμη μάλιστα της Δύσης και της Ρωσίας, την πραγματοποίηση δηλαδή πρόωρων εκλογών με τις οποίες θα μπορούσαν να στείλουν τον Γιανουκόβιτς στο σπίτι του, παρέμειναν στους δρόμους λειτουργώντας ως ασπίδα για τους ακροδεξιούς τυχοδιώκτες που έκαιγαν και σκότωναν και δίνοντας δικαιολογία στους πραιτοριανούς του Γιανουκόβιτς να κάνουν τα ίδια. Η Δύση δεν έκανε τίποτα για να συγκρατήσει μια εκτροπή που λειτουργούσε προς όφελός της και όταν ο Γιανουκόβιτς έφυγε από το Κίεβο, αναγνώρισε τη βίαιη ανατροπή του, που φυσικά παραβιάζει ασύστολα το σύνταγμα για το οποίο τώρα κόπτονται Ευρωπαίοι και Αμερικανοί. Προκαλώντας μάλιστα τους Ρώσους, αφού μία από τις πρώτες αποφάσεις της νέας ηγεσίας ήταν η κατάργηση της ρωσικής γλώσσας ως επίσημης παράλληλα με την ουκρανική, ακόμα και στις περιοχές όπου οι Ρώσοι είναι πλειοψηφία. Κι εκεί ο Πούτιν, βλέποντας ότι η Δύση δεν ήταν αξιόπιστος συνομιλητής και θεωρώντας ότι απειλείται από ΝΑΤΟποίηση της Ουκρανίας, βρήκε ευκαιρία να προσαρτήσει την Κριμαία και να παραβιάσει τη συμφωνία που η Ρωσία είχε κάνει με την Ουκρανία όταν η τελευταία έγινε ανεξάρτητη, για εγγύηση της εδαφικής της ακεραιότητας προκειμένου να καταστρέψει το πυρηνικό της οπλοστάσιο.

Φυσικά οι κραυγές των Δυτικών περί παραβίασης του διεθνούς δικαίου είναι αστείες, όταν μόλις προ ετών έκαναν το ίδιο ακριβώς στο Κοσσυφοπέδιο, που αποσπάστηκε από τη Σερβία με νατοϊκή στρατιωτική επέμβαση και βομβαρδισμό της Σερβίας. Και φυσικά εξίσου αστείες είναι οι δικαιολογίες των Ρώσων περί νομιμότητας του δημοψηφίσματος στην Κριμαία και της απόσχισης της περιοχής από την Ουκρανία. Ας μη ξεχνάμε ότι τις ίδιες δικαιολογίες χρησιμοποιούν και οι Τούρκοι για τη βόρεια Κύπρο και φυσικά δεν τις δέχεται κανείς. Το θέμα είναι, ότι η περίπτωση της Ουκρανίας είναι μια ακόμα απόδειξη πως το «διεθνές δίκαιο» ισχύει μόνο για τους μικρούς και αδύναμους και μόνο όταν αυτό βολεύει τους ισχυρούς. Και πως όταν είσαι μικρός και ψαρεύεις σε θολά νερά, εσύ θα βγεις χαμένος, γιατί οι μεγάλοι θα πάρουν από σένα μόνο ότι χρειάζονται. Στην Ευρώπη αρκεί η δυτική Ουκρανία με τις τεράστιες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, η Ρωσία χρειαζόταν την Κριμαία και την πήρε, τα λεφτά που υπόσχονται οι Δυτικοί στους Ουκρανούς θα τα δώσουν με σκληρούς όρους, ενώ οι Ρώσοι δεν θα τους χαριστούν όταν τον επόμενο χειμώνα χρειαστούν φυσικό αέριο και δεν θα έχουν να το πληρώσουν. Ο μαξιμαλισμός των διεκδικήσεων και η συμπόρευση με πολιτικούς τυχοδιώκτες, ποτέ δεν έφεραν καλά αποτελέσματα σε καμία χώρα. Και δυστυχώς η Ουκρανία θα είναι ένα ακόμα παράδειγμα γι' αυτό για πολλά χρόνια...

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Το ζητούμενο των δημοτικών εκλογών

Θα περίμενε κανείς μετά απ' όλα όσα περάσαμε (και περνάμε ακόμα) λόγω της οικονομικής κρίσης και της χρεοκοπίας της χώρας, πως θα είχαμε τουλάχιστον αντιληφθεί την ανάγκη για μια αλλαγή στη νοοτροπία με την οποία ασκείται η πολιτική γενικώς στην Ελλάδα και στην ανάγκη να συμβαδίζουν περισσότερο οι επιλογές των πολιτικών με τις ανάγκες και τις προτεραιότητες των πολιτών. Καθώς πλησιάζει ο χρόνος για τις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης και εντείνονται οι «ζυμώσεις» για τους υποψήφιους, αντιλαμβάνεται κανείς πως η νοοτροπία των πολιτικών κομμάτων δεν έχει αλλάξει καθόλου.

Αντί να δούμε λοιπόν τα κόμματα, που υποτίθεται πως θα έπρεπε να αποτελούν την πρωτοπορία της κοινωνίας στην προσπάθεια απαλλαγής από τις αμαρτίες του παρελθόντος, να εστιάζουν στην ανάγκη επιλογής των ικανότερων ανά περιοχή, ώστε να λυθούν τουλάχιστον κάποια καθημερινά προβλήματα μέχρι να καταφέρουμε να απαλλαγούμε από τα πιο σοβαρά που δημιούργησε η κρίση, είδαμε έναν αγώνα επιλογής κομματικών υποψηφιοτήτων συχνά με κανένα απολύτως αυτοδιοικητικό κριτήριο. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, τα κόμματα δημιουργούν υποψηφίους μέσα από τη δεξαμενή του σκληρού πυρήνα των στελεχών τους, επιλέγοντας ανθρώπους που μπορεί να μην είχαν καν σκεφθεί ποτέ στη ζωή τους την πιθανότητα ν' ασχοληθούν με την τοπική αυτοδιοίκηση. Και η επιλογή αυτή γίνεται με μοναδικό κριτήριο το πολιτικό παιχνίδι της κεντρικής πολιτικής σκηνής.

Μεγάλο μέρος των πολιτών φαίνεται να αντιστέκεται σε αυτήν την επιλογή, πολλοί όμως είναι και εκείνοι που -όπως μπορεί τουλάχιστον να συμπεράνει κανείς από τις δημοσκοπήσεις- αντί να σκεφτούν ποιος μπορεί π.χ. να μαζέψει πιο αποτελεσματικά τα σκουπίδια έξω από την πόρτα τους, προγραμματίζουν μία ψήφο με βάση ρουσφέτια, συμπάθειες ή αντιπάθειες του παρελθόντος και του παρόντος, χωρίς να προβληματίζονται καθόλου σχετικά με το τί πέτυχαν ή δεν πέτυχαν αυτοί που σήμερα διοικούν τους δήμους και τις περιφέρειες κι αυτοί που διεκδικούν την ψήφο μας για να τους διοικήσουν.

Πολύ χαρακτηριστικό είναι αυτό που συμβαίνει στην Αθήνα, μία από τις περιπτώσεις που στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές ξέφυγαν από τον παραδοσιακό κανόνα των κομματικών επιλογών, αναδεικνύοντας ως δήμαρχο έναν άνθρωπο που κατάφερε να πείσει τους πολίτες ότι μπορούσε να διοικήσει την πόλη χάρη στη συμπεριφορά του και τα αποτελέσματα της προηγούμενης δραστηριότητάς του εκτός πολιτικής. Με τις δημοτικές να πλησιάζουν και τον κ. Καμίνη να είναι πάλι υποψήφιος, οι -επίσημοι ή ανεπίσημοι- κομματικοί υποψήφιοι που διεκδικούν τη θέση του έχουν στραφεί σε μία κριτική παλαιάς κοπής, με επιχειρήματα που ξεκινούν από γενικόλογα ευχολόγια και φτάνουν μέχρι τον... αντιμνημονιακό αγώνα (λες και μπορεί να προσφέρει ο οποιοσδήποτε δήμαρχος οτιδήποτε προς αυτήν την κατεύθυνση). Επειδή, όμως δεν πρόκειται για μία οποιαδήποτε πολιτική μάχη, αλλά για μία εκλογή που θα γίνει εν μέσω κρίσης, ο κ. Καμίνης έδωσε προ ημερών κάποια στοιχεία για τον απολογισμού του έργου του που θα έπρεπε να αποτελέσουν την ουσία του διαλόγου μεταξύ των υποψηφίων, αλλά δεν είδαμε να συγκινούν κανένα. Ο δήμος Αθηναίων, λοιπόν, που πριν δύο χρόνια χρωστούσε τα... μαλλιά της κεφαλής του δημάρχου κι ακόμα παραπάνω, εμφανίζει το 2013 λογιστικό πλεόνασμα, πληρώνει κανονικά τις δόσεις των δανείων με τα οποία τον είχαν φορτώσει οι προηγούμενες δημοτικές αρχές κι έχει μειώσει σημαντικά τα χρέη προς τους προμηθευτές του.

Όλα αυτά επιτεύχθηκαν όχι με κάποιο χαράτσωμα των πολιτών με υπέρογκες αυξήσεις των δημοτικών τελών (καθώς μάλιστα μειώθηκε σημαντική η κρατική επιχορήγηση), αλλά με μια μεγάλη περιστολή εξόδων, χάρη στη μείωση κατά 30% των ενοικίων των κτιρίων όπου στεγάζονται υπηρεσίες του δήμου με παράλληλη χρήση ιδιόκτητων κτιρίων, τη μείωση κατά 52% του κόστους των υπερωριών και τη μείωση των επιδοτήσεων του δήμου προς τις δημοτικές επιχειρήσεις και τα νομικά πρόσωπα κατά 40 εκατομμύρια ευρώ. Αν κάτι εκφράζει με ακρίβεια τις αρχές της «χρηστής διοίκησης» είναι αυτό. Κι αυτό δεν το είχαμε ποτέ στην Αθήνα, είναι δε κάτι που αποτελεί πρώτη προτεραιότητα στη χρεοκοπημένη Ελλάδα. Δεν γνωρίζω πόσο καλό δήμαρχο θεωρούν ή δεν θεωρούν οι Αθηναίοι ψηφοφόροι τον κ. Καμίνη. Γνωρίζω όμως ότι τα παραπάνω πρέπει να τους προβληματίσουν, όπως πρέπει να τους προβληματίσει και η αδυναμία (ή αδιαφορία) των άλλων υποψηφίων (μεταξύ τους και πρώην δήμαρχοι ή δημοτικοί σύμβουλοι) να μας εξηγήσουν γιατί αυτό το νοικοκύρεμα δεν το έκαναν (ή δεν το απαιτούσαν) στο παρελθόν και πώς ακριβώς θα το πετύχουν με τον ίδιο τρόπο αν κερδίσουν αυτοί. Γιατί με ξένα κόλλυβα όλοι κάνουν το σπουδαίο. Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι να δούμε τί μπορεί να γίνει με όσα λεφτά έχουμε, χωρίς χαράτσια στους πολίτες και φυσικά χωρίς δανεικά. Αυτό είναι το ζητούμενο, αυτό είναι το δύσκολο και πάνω  σ' αυτό κανείς τους δεν έχει δώσει μέχρι στιγμής πειστική πρόταση. Οι ευλογίες των κομματικών μηχανισμών δεν φτάνουν σήμερα.

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Οι ξεχασμένες αξίες

Με την κατάρρευση κάθε συστήματος αξιών στην Ελλάδα, δεν είναι καθόλου υπερβολή να πούμε ότι ζούμε σε μία κοινωνία όπου όσα είναι αυτονόητα στον πολιτισμένο κόσμο δεν έχουν την παραμικρή ισχύ εδώ, όπου ο άκρατος ατομισμός διαλύει κάθε προσπάθεια συλλογικής προσέγγισης των προβλημάτων και το ατομικό συμφέρον υπερισχύει του συλλογικού, όπου η αξιοκρατία είναι το ζητούμενο πρώτα και κύρια από όσους δεν πιστεύουν σ' αυτήν κι όπου ο παρασιτισμός, ο εξυπνακισμός, η κομπιναδόρικη δραστηριότητα και η παράκαμψη των νόμων θεωρούνται «μαγκιά» (εκτός εάν αφορούν... τους άλλους). Μερικές φορές, όμως, η ίδια η ζωή βάζει τα πράγματα στη θέση τους και μας θυμίζει και πάλι τα αυτονόητα, μας θυμίζει ότι οι κοινωνίες πάνε μπροστά χάρη στους άξιους και τους ικανούς, μας θυμίζει ότι η λύση των προβλημάτων χρειάζεται προσόντα και ικανότητες και όχι συνθηματολογία από φελλούς, μας θυμίζει ότι η γνώση και ο επαγγελματισμός δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαία συνθήκη για τη σωστή λειτουργία των θεσμών και της κοινωνίας.

Την εβδομάδα που πέρασε την επικαιρότητα απασχόλησε ιδιαίτερα το σκάνδαλο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και μοιραία τα φώτα της δημοσιότητας έπεσαν και πάλι στην εισαγγελέα που χειρίστηκε την υπόθεση, όπως και άλλες σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς που εξακολουθούν να είναι σε εξέλιξη και που οδήγησαν σε απαγγελίες κατηγοριών, προφυλακίσεις και καταδίκες ατόμων που πρωταγωνιστούσαν στην οικονομική και πολιτική ζωή του τόπου. Το νομικό κομμάτι αυτών των υποθέσεων είναι θέμα των ειδικών, το θέμα της ικανοποίησης του «κοινού περί δικαίου αισθήματος» με την τιμωρία ισχυρών που ξεπέρασαν τα όρια και παρέβησαν τους νόμους, αποτελεί ίσως θέμα και των ψυχολόγων, σε μια κοινωνία εξοργισμένη και απογοητευμένη. Αυτή η κοινωνία, όμως, που δυστυχώς ακόμα και τώρα αρνείται να δει τις δικές τις ευθύνες και να κάνει την αυτοκριτική της, οφείλει να δει μια άλλη πτυχή του θέματος, που πολλοί ίσως να θεωρούν ελάχιστα σημαντική, στην πράξη όμως αποτελεί μια πολύ σημαντική παράμετρο του προβλήματος που έχουμε και της λύσης του.

Ποια είναι ακριβώς η εισαγγελέας κυρία Παπανδρέου, που με μεθοδικότητα και επαγγελματισμό έσκαψε εκεί που άλλοι έκρυβαν ως στρουθοκάμηλοι το κεφάλι τους και βρήκε αυτά που έπρεπε να βρεθούν εδώ και χρόνια, αν αυτή η κοινωνία σεβόταν τον εαυτό της; Είναι μία εκπρόσωπος της νέας γενιάς, των τριαντάρηδων που από τώρα και για τις επόμενες δεκαετίες θα έχουν την ευθύνη για της λειτουργία αυτής της χώρας κι αυτής της κοινωνίας, μία νέα γυναίκα που αποφοίτησε με άριστα από τη Νομική Σχολή, που έκανε μεταπτυχιακά και ετοιμάζει διδακτορικό, που τελείωσε πρώτη τη σχολή δικαστών και που, παρά τα «τριάντα κάτι» χρόνια της και την επαγγελματική της δραστηριότητα, έχει ήδη γράψει και κάποια νομικά βιβλία.

Στη χώρα όπου επιπλέουν οι φελλοί, δηλαδή, και το ρουσφέτι αποτελεί το κύριο προσόν για πρόσληψη, στη χώρα όπου μπορείς να μπεις σε πανεπιστημιακή σχολή ακόμα και με μέσο όρο βαθμολογίας 3 στα 20, στη χώρα όπου το «εξάμηνο» στα πανεπιστήμια μπορεί να περιλαμβάνει ελάχιστες εβδομάδες διδασκαλίας και πολλές εβδομάδες καταλήψεων και χαβαλέ, στη χώρα όπου ο απόφοιτος πανεπιστημίου έχει ελάχιστο προβάδισμα σε εξέλιξη και μισθό από τον απόφοιτο λυκείου στον κρατικό μηχανισμό, στην χώρα όπου ο καθηγητής πανεπιστημίου αμείβεται όσο κι ένας απλός διοικητικός υπάλληλος, στη χώρα που την κυβερνάει μία κυβέρνηση με ένα σωρό παλαιοκομματικούς, μετριότητες που διόριζαν και εξακολουθούν διορίζουν με βάση τα «κολλητιλίκια» και όχι τα προσόντα και τις ικανότητες, στη χώρα όπου η αξιωματική αντιπολίτευση, η κυβέρνηση εν αναμονή δηλαδή, έχει επικεφαλής ένα χαρακτηριστικό δείγμα των οπαδών της ήσσονος προσπάθειας, έναν ημιμαθή που πρωταγωνίστησε επί χρόνια στους «αγώνες» των κομματικών νεολαιών που κατέστρεψαν την παιδεία, όταν βρήκαμε τα δύσκολα και επιδιώξαμε λύσεις και δικαιοσύνη, βάλαμε μπροστά σ' αυτήν τη διαδικασία κάθαρσης ένα πρόσωπο (και άλλους αντίστοιχους συναδέλφους της, για να είμαστε δίκαιοι) που αποτελεί το ακριβώς αντίθετο από αυτά που τόσα χρόνια πρεσβεύαμε και προωθούσαμε, που ανήκει σ' αυτήν τη μειοψηφία που οι περισσότεροι περιφρονούσαν και οδηγούσαν στο περιθώριο. Αυτήν τη μειοψηφία των Ελλήνων που νοιάζονται για τη γνώση, που επιδιώκουν τη διάκριση, που δουλεύουν με επαγγελματισμό, που περιφρονούν τον ωχαδελφισμό. Αρκεί να καταλάβουμε ότι από τέτοιους ανθρώπους έρχονται οι λύσεις, ότι με τέτοιους ανθρώπους πάνε οι κοινωνίες μπροστά κι ότι σε τέτοιους ανθρώπους πρέπει να εμπιστευόμαστε την ευθύνη για τις λειτουργίες του κράτους που επηρεάζουν τη ζωή μας και το μέλλον των παιδιών μας και να στείλουμε επιτέλους στο περιθώριο τους ημιμαθείς, τους τεμπέληδες, τους λουφαδόρους και τους ανίκανους...

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Φανατισμός χωρίς όρια

Όταν η ιδεοληψία φτάνει στα όρια της παράνοιας, πείθεσαι πλέον πως ο Θεός ο ίδιος να κατέβει για να σώσει την Ελλάδα, να μας χαρίσει ως διά μαγείας όλα τα χρέη και να μας δώσει και... καβάτζα καμιά πενηνταριά δισεκατομμύρια για να έχουμε μέχρι να ξανασταθούμε στα πόδια μας, αυτή η χώρα δεν σώζεται με τίποτα. Πολιτικές αντιπαραθέσεις, πολύ έντονες μάλιστα, υπάρχουν σε όλες τις δημοκρατικές χώρες, είναι απόλυτα φυσιολογικές άλλωστε αφού δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες αντιλήψεις και τα ίδια συμφέροντα. Σε όλες αυτές τις χώρες υπάρχουν όμως και κάποιοι κοινά αποδεκτοί κανόνες δεοντολογίας και ηθικής και υπάρχει βέβαια και η κοινή λογική, που κάνουν ορισμένα πράγματα αυτονόητα.

Εδώ δυστυχώς δεν υπάρχουν τα αυτονόητα, γιατί δεν υπάρχουν ούτε κοινά αποδεκτοί κανόνες δεοντολογίας και ηθικής, ούτε κοινή λογική, όπως αποδεικνύουν δύο περιστατικά που συνέβησαν αυτόν το μήνα, το ένα σε επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε κόμματα, το άλλο -δυστυχώς- σε επίπεδο καθημερινών ανθρώπων. Στην πρώτη περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ, η αξιωματική αντιπολίτευση δηλαδή, που διεκδικεί άμεσα την εξουσία από την παρούσα κυβέρνηση, έβγαλε μία ανακοίνωση όλο... φωτιά και λαύρα, με αφορμή την εγκύκλιο που θα ήταν αυτονόητη σε οποιαδήποτε ευνομούμενη χώρα, για τον έλεγχο των πιστοποιητικών διορισμού των δημοσίων υπαλλήλων, ώστε να εντοπιστούν οι πλαστογράφοι που στην ουσία έκλεψαν τις θέσεις που δεν δικαιούνταν. Στην ανακοίνωση του ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει τον υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης ότι «... όντας σε διατεταγμένη υπηρεσία από την τρόικα και τους δανειστές, προχωρά στην αναζήτηση και άλλων δεξαμενών απολύσεων, ξεθάβοντας από τα βαθιά σκοτάδια των δικών τους "ειδικών προσλήψεων" και υπηρεσιακών μεταβολών, όλους τους φακέλους πρόσληψης, συμμετοχής σε εξετάσεις, έκδοση τίτλων σπουδών κ.ά, των δημοσίων υπαλλήλων, προετοιμάζοντας την κοινή γνώμη για να την καταστήσει συνένοχο στην εξόντωσή τους»!!!

Σε ποια άλλη χώρα ένα κόμμα εξουσίας,  ή ακόμα κι ένα κόμμα μικρό που δεν διεκδικεί την εξουσία, θα τολμούσε να υποστηρίξει ότι ο εντοπισμός των πλαστογράφων που κατέλαβαν με ψεύτικα πιστοποιητικά θέσεις που δικαιούνταν άνθρωποι άνεργοι με πραγματικά προσόντα, γίνεται «σε διατεταγμένη υπηρεσία από την τρόικα» και δεν είναι απλώς κάτι αυτονόητο που αν δεν το έκανε η κυβέρνηση, όφειλε να την ελέγξει γι' αυτό η αντιπολίτευση; Ο αμοραλισμός και ο τυχοδιωκτισμός των πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα έφτασε πλέον σε τέτοια επίπεδα, που οι πολιτικές δυνάμεις υποστηρίζουν κλέφτες και απατεώνες προκειμένου να κερδίσουν ψήφους, λες και πρόκειται όχι για πολιτικά κόμματα που εκφράζουν ιδεολογικές κατευθύνσεις, αλλά για συνδικαλιστικές παρατάξεις των... εγκλείστων στις φυλακές.

Αλλά έστω πως τα πολιτικά κόμματα μας έχουν πείσει πλέον για τον τυχοδιωκτισμό και την έλλειψη ηθικής που τα διακρίνει. Τί να πει κανείς για την παράνοια στην οποία οδηγεί ο πολιτικός φανατισμός απλούς πολίτες, σε βάρος ακόμα και των ίδιων των συμφερόντων τους; Λίγες μέρες νωρίτερα, η γενική συνέλευση των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων της Νάουσας, μιας πόλης στην οποία τα σχολεία του Δήμου είχαν κλείσει ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την έλλειψη πετρελαίου θέρμανσης, αποφάσισε να αρνηθεί τη... δωρεά πετρελαίου θέρμανσης από το ίδρυμα του Τζορτζ Σόρος (την οποία είχε δεχθεί ο Δήμαρχος) γιατί τους «...προκάλεσαν εύλογες υποψίες οι λόγοι για τους οποίος ο φιλάνθρωπος αυτός μεγιστάνας σκέφτηκε ξαφνικά το πρόβλημα των σχολείων της Νάουσας»!!! Κι αυτό γιατί, όπως είπε ο πρόεδρός τους «Είμαστε βέβαιοι ότι από αυτή την "ευεργεσία" ο κ. Σόρος αναμένει ανταλλάγματα και δεν θέλουμε τα σχολεία των παιδιών μας να μπουν σ' αυτό το παιχνίδι»!!!!!!

Χωρίς στοιχεία δηλαδή, χωρίς να υπάρχει καμία συμφωνία για κανένα αντάλλαγμα, προτιμούν να κρυώνουν τα παιδιά τους, παρά να δεχθούν (όχι αυτοί άλλωστε, ο δήμος) τη δωρεά του ιδρύματος ενός μεγιστάνα. Βγάζοντας προς τα έξω όλη αυτήν την αμετροέπεια και τον ηλίθιο εγωκεντρισμό των Νεοελλήνων, που νομίζουν ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου και όλοι κοιμούνται και ξυπνούν με τη σκέψη πώς θα μας τη φέρουν! Και τί στο διάβολο να θέλει δηλαδή ο Σόρος και ο κάθε μεγιστάνας του πλούτου επιπέδου Σόρος από τη... Νάουσα, που προσπαθεί να την εξαγοράσει με μερικά λίτρα πετρελαίου; Έλεος πια, στη Νάουσα ζείτε, όχι στο Λευκό Οίκο! Ξεπεράστε λίγο το φανατισμό σας, κοιτάξτε να ζεσταθούν τα παιδιά σας αφού δεν σας ζητάει κανείς «ανταλλάγματα» γι' αυτό κι όταν με το καλό γίνει η... επανάσταση, βρείτε πετρέλαιο από τον Μαδούρο ή απ' οπουδήποτε αλλού θέλετε. Μέχρι τότε είναι κρίμα να γίνονται τα πιτσιρίκια όμηροι του φανατισμού σας...

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Η κρίση στα πανεπιστήμια

Η πολιτική σύγκρουση (γιατί περί αυτού πρόκειται) που εξελίσσεται εδώ και εβδομάδες στα μεγαλύτερα ελληνικά πανεπιστήμια είναι η τελευταία απόδειξη, ακόμα και για τους πιο δύσπιστους,  για την ανικανότητα του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος στο σύνολό του να βγάλει την Ελλάδα από την κρίση με προοπτική μιας υγιούς ανάπτυξης σε μόνιμη βάση και όχι με δεκανίκια και ενέσεις  από κάθε είδους εταίρους και συμμάχους. Αυτή τη στιγμή η χώρα έχει κυριευθεί από μία πολιτική συμμορία (στην οποία συμπεριλαμβάνονται όλα τα πολιτικά κόμματα, ακόμα και τα δήθεν «αντισυστημικά») που έχει ως μοναδικό σκοπό τη διατήρηση της εξουσίας από τους επαγγελματίες της πολιτικής και τους κομματικούς στρατούς τους. Εκείνο το κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας δηλαδή που περιλαμβάνει τα λιγότερο ικανά μέλη της, που εκτός πολιτικής είναι αμφίβολο αν θα μπορούσαν να βρουν ικανοποιητική απασχόληση, αλλά ταυτόχρονα και τα πιο αδίστακτα και τυχοδιωκτικά, που δεν θα δίσταζαν να οδηγήσουν τη χώρα στο χάος προκειμένου να διατηρήσουν τη δική τους θέση στην προνομιούχο δραστηριότητα της πολιτικής, η οποία τους εξασφαλίζει άνετη διαβίωση με δικά μας έξοδα.

Η λυσσώδης μάχη που δίνουν μεταξύ τους δεν έχει ούτε στο ελάχιστο ως σκοπό την εξάλειψη της δυστυχίας στην Ελλάδα και την πρόοδο της ελληνικής κοινωνίας στο σύνολό της, την οποία άλλωστε δεν έχουν και τις ικανότητες να πετύχουν, αλλά αποκλειστικά και μόνο την εξουσία και τα αυξημένα προνόμια που προκύπτουν από αυτή, και για εκείνους που την ασκούν, και για την πολιτική πελατεία τους, τους συνδικαλιστικούς και παραπολιτικούς παρατρεχάμενους που συνδέονται μαζί τους. Τα πανεπιστήμια στα οποία ξέσπασε η κρίση δεν είναι τυχαία, είναι κυρίως αυτά στα οποία έχουν καταγγελθεί τα μεγαλύτερα όργια χαριστικών προσλήψεων, κάποιες από τις οποίες πρέπει τώρα μοιραία να θυσιαστούν λόγω της ανάγκης μείωσης του δημοσίου. Μιας μείωσης που δεν γίνεται βέβαια ορθολογικά, αλλά με αντιστάσεις στις πιέσεις της τρόικας και με κάθε προσπάθεια να διασωθούν οι πιο κοντινοί «ημέτεροι» όλων των πλευρών, καταλήγοντας τελικά σε τυφλές απολύσεις, ανεξαρτήτως ικανοτήτων και γνώσεων.

Το γεγονός ότι αυτή η μάχη γίνεται με όμηρο ένα τεράστιο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, τους χιλιάδες φοιτητές και τις οικογένειές τους, δεν απασχολεί κανένα. Από τη μία πλευρά έχουμε μία αντιπολίτευση που (σύμφωνα άλλωστε και με δικές της δηλώσεις) προσπαθεί να ρίξει την κυβέρνηση από το πεζοδρόμιο και όχι περιμένοντας τις επόμενες εκλογές και θέτει υπό την προστασία της (συχνά και την καθοδήγησή της) κάθε ακραία διεκδίκηση, ακόμα κι αν έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις υποτιθέμενες αρχές της. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κλειστές αίθουσες, οι κλειδωμένες από τους υπαλλήλους πόρτες των πανεπιστημίων και η βίαια «περιφρούρηση» της απεργίας αποτελούν μία βάναυση παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου, για το οποίο κόπτεται τόσα χρόνια η αντιπολίτευση, χωρίς να ιδρώνει το αυτί κανενός. Όπως επίσης, η πλήρης απαξίωση των μεγαλύτερων ελληνικών πανεπιστημίων από το χάος που επικρατεί σ' αυτά επί χρόνια με τις συνεχείς καταλήψεις που προκαλούν αντιπολιτευτικές μειοψηφίες και την απώλεια του εξαμήνου στην οποία οδηγεί η σημερινή κατάσταση (ή τη διάσωσή του με ψευτολύσεις που απαξιώνουν ακόμα περισσότερο τα πανεπιστήμια, αφού στην πράξη έχει ήδη χαθεί), αποτελεί το μεγαλύτερο χτύπημα κατά της δημόσιας παιδείας. Αυτής που υποτίθεται πως υπερασπίζονται οι «αγωνιστές» των καταλήψεων και των κλειστών πανεπιστημίων και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά σκοτώνουν καθημερινά με τις πράξεις τους.

Από την άλλη πλευρά έχουμε μία κυβέρνηση που δεν έχει απαλλαγεί καθόλου από τη φαύλη μικροκομματική νοοτροπία του παρελθόντος, που βασίζει τη λειτουργία της σε αποτυχημένους πολιτικάντηδες και «συμβούλους», συνυπεύθυνους στο παρελθόν για τη χρεοκοπία της χώρας, που φοβούμενη το «πολιτικό κόστος» από τη δική της πελατεία δεν έχει τολμήσει να εφαρμόσει εγκαίρως τους νόμους όπου χρειάζεται, ώστε να μην παίρνει οριζόντια μέτρα, αλλά να μειώνει, να απολύει, να μετακινεί με βάση τις πραγματικές ανάγκες και την αξιοκρατία. Αφήνει έτσι τα πράγματα να εξελίσσονται ραγδαία προς το χειρότερο, δεν εφαρμόζει τους νόμους και τις αποφάσεις των δικαστηρίων, ώστε να μπορεί μετά να ρίξει το φταίξιμο στην αντιπολίτευση για όσα ακολουθήσουν σε βάρος των φοιτητών, που είναι όμηροι του πολιτικού παιχνιδιού.

Θα πρέπει, όμως, να τονιστεί παράλληλα με όλα αυτά και η απάθεια με την οποία αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία αυτόν τον πόλεμο των πολιτικών συμμοριών που γίνεται σε βάρος της, έχοντας μάθε επί δεκαετίες να μη διεκδικεί το δίκαιο και το σωστό, αλλά να περιμένει λύσεις «από πάνω», ακόμα κι αυτές προκαλούν στρεβλώσεις και δυσλειτουργίες που τις βρίσκουμε πάντα μπροστά μας μετά από λίγο καιρό. Προ ημερών έγινε στην Αθήνα μία συγκέντρωση διαμαρτυρίας υπέρ του ανοίγματος των πανεπιστημίων, στην οποία μαζεύτηκαν μόνο χίλια άτομα από τις δεκάδες χιλιάδες που πλήττονται από τα κλειστά πανεπιστήμια. Στην ιστοσελίδα που δημιουργήθηκε για τη συγκέντρωση υπογραφών υπέρ του ανοίγματος των πανεπιστημίων, ο αριθμός των υπογραφών δεν έχει περάσει ούτε τις 30.000 αντί να είναι τρία εκατομμύρια! Προφανώς περιμένουν από τον Σαμαρά, το Βενιζέλο, τον Τσίπρα, τους ψεκασμένους ή ακόμα και τους νεοναζί να τους δώσουν τη λύση. Μόνο που αυτοί νοιάζονται μόνο για την πάρτη τους και η λύση που θα δώσουν θα είναι λειψή και ανεπαρκής. Και θα την βρούμε πάλι μπροστά μας, όταν τα ακριβοπληρωμένα από τους γονείς πτυχία θα έχουν εξελιχθεί σε κουρελόχαρτα...